ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΣΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΕΤΣΟΥΑ (βλ. ΤΙ ΝΕΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΥΠΟ)
![]()
ΕΛΛΗΝΙΚΑ |
ΚΕΤΣΟΥΑ |
| αγνός | καθαρός, ιερός | Ahnana (αχνάνα) | ιεροτελεστία, τελετή |
| άνα | ψηλά, επάνω, προς τα πάνω | Hana (άνα) | ψηλά, επάνω, πάνω μέρος |
| αύρα | αέρας, μαϊστράλι,φύσημα | Guairas (γουάϊρας) | Φούρνοι στους οποίους φυσάει δυνατά ο αέρας |
| αήρ | αέρας | waira (ουαίρα) | άνεμος, αέρας |
| Απόλλων | Θεός των Ελλήνων | Apulu ή Apolo (Απούλου ή Απόλο) | Περιοχή στην επαρχία της Καουπολιακάν (Βολιβία) |
| --||-- | --||-- | Apulupanpa (απουλουπάνπα) | περιοχή του Απόλλωνα |
| --||-- | --||-- | Apulli (Απούλιη) | Αρμόδιος, ανώτατος άρχων |
| νέκυς | θάνατος | naka (νάκα) | σφάζω, αποκεφαλίζω |
| πύργος | οχυρό με τείχος και πολεμίστρες | pirka (πύρκα) | τείχος για απομόνωση και προστασία |
| πύρινος | φλογισμένος, καυτερός | piris (πύρις) | ειδος πιπεριάς πολύ καυτερής |
| ρήμα | ότι λέγεται, έκφραση, ρήμα | rima (ρήμα) | ομιλία, συνομιλία, λόγια |
| --||-- | --||-- | rimatsi (ριμάτσι) | ο ομιλητής, |
| ρύμα | ρεύμα ύδατος, ποταμός | rimac (ρίμακ) / apurimac (απουρίμακ) | ποταμός που περνα από την Λίμα / όνομα ενός μεγάλου ποταμού του Περού ("απου" σημαίνει μεγάλος. |
| ρωμαλέος / ρώμη | δυνατός, εύρωστος / δύναμη, αντοχή, σφρίγος | rumi (ρούμη) | πέτρα στερεή και ανθεκτική, σκληρό, στερεό |
Από το βιβλίο του ENRICO MATTIEVICH
"ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΟΛΑΣΗ-η
ανακάλυψη της Αμερικής από τους Έλληνες"
Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ