ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/ancientgr.com/Ιστορία
ancientgr.com·2001

Αναλυτικός πίνακας αρχαιολογικών ευρημάτων - Χρονολογική περίοδος 5

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ

 Χρονολογική περίοδος 5
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.

 

Ενεπίγραφος ψευδόστομος αμφορέας - Ορχομενός Βοιωτίας (6.000 π.Χ. περίπου)

    Οι συστηματικές ανασκαφές που κατά καιρούς ανέλαβαν οι Γερμανοί καθηγητές Αρχαιολογίας Γουλιέλμος Δαίρπφελντ, Εριχ Μπούλλε, Αντολφ Φουρτβαίνγκλερ και Εμιλ Κούντσε, έφεραν στο φως ψευδόστομο αμφορέα με την αρχαιότερη μέχρι τώρα απόδειξη γραφής (σύμβολα κεραμέων ;) εις τον χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδος.

[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : Κωνσταντίνος Πλεύρης : "ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ" εκδόσεις ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Οικισμός Χοιροκοιτίας - Κύπρος (5.800 π.Χ.)

    Τα πρώτα ίχνη οικισμών που έχουν βρεθεί μέχρι στιγμής στην Κύπρο, χρονολογούνται στις αρχές της έκτης χιλιετηρίδας π.Χ. στους πρόποδες της οροσειράς Τρόοδος.
 

    Ο συνοικισμός έχει ιδρυθεί πάνω σε λόφο που περιβάλλει ο ποταμός του Μαρονίου, σε μικρή απόσταση από την νότια παραλία της νήσου, μεταξύ Λεμεσού και Λάρνακος. Τα οικήματα πυκνά κτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, κατελάμβαναν όλη την έκταση του λόφου (μήκος περίπου 250 μέτρων) και, όπως υπολογίζεται, έφθαναν τα χίλια. Μπορούμε δηλαδή να μιλάμε για μια μικρή πόλη 4.000 - 5.000 περίπου κατοίκων.

Καλλιτεχνική αναπαράσταση οικισμού

    Ήταν κυκλικά χτισμένα με λίθινη κρηπίδα και ανωδομία από ωμές πλίνθους ή πηλό με θολωτό σχήμα της στεγάσεως. Η διάμετρος των περισσότερων θόλων δεν ξεπερνούσε τα 6 μέτρα, ενώ των μεγαλύτερων έφθανε τα 10 μέτρα.
 

    Μια λιθόστρωτη οδός μήκους 185 μέτρων χώριζε τον οικισμό, εκατέρωθεν του οποίου υψώνονταν οι θόλοι.
 

    Αν και δεν βρέθηκαν απανθρακωμένα δημητριακά, η καλλιέργειά τους βεβαιώνεται έμμεσα από την εύρεση μυλόλιθων και λεπίδων για δρεπάνια. 

    Μερικά ζώα όπως το πρόβατο και πιθανώς και το γίδι ή ο χοίρος είχαν εξημερωθεί. Τροφή προμήθευε και το κυνήγι, όπως μαρτυρούν οι αιχμές από πυριτόλιθο που βρέθηκαν.
 

    Ο πολιτισμός έμεινε «ακεραμεικός» ως το τέλος, με ελάχιστα δείγματα γκρίζων κακοψημένων αγγείων.

Αποκατάσταση οικισμάτων

    Έχει βρεθεί πάντως κυπριακό αγγείο σε πρώιμο συνοικισμό της Συρίας και το οποίο χρονολογείται στο 6.000 π.Χ.
 
 

Λίθινο αγγείο από τον οικισμό Χοιροκοιτίας

    Βρέθηκαν πάνω από διακόσια λίθινα αγγεία, κατασκευασμένα με μεγάλη επιδεξιότητα, κυρίως αβαθείς λεκάνες, κυκλικού, ωοειδούς και τετράπλευρου σχήματος, συχνά με εκροή, σπάνια και με λαβές, και αβαθείς δίσκοι.

    Βεβαιωμένη είναι και η ύφανση. Το ράψιμο ρούχων δηλώνεται έμμεσα από ευρήματα όπως οστέινες καρφίδες και βελόνες.


 

    Σε ταφές γίνονταν σε πρόχειρα ορύγματα εντός των θολωτών οικημάτων, με τον νεκρό ντυμένο και σε συνεσταλμένη στάση, συνοδευόμενο από κτερίσματα (συνήθως λίθινα αγγεία και κοσμήματα).

    Οι χρονολογίες που έδειξε η μέθοδος του άνθρακα C14 είναι γύρω στο 5.800 π.Χ.

    Την υποδειγματική ανασκαφή του μεγάλου αυτού συνοικισμού καθώς και πολλών άλλων νεολιθικών και χαλκοκρατικών συνοικισμών και θέσεων οφείλουμε στον ακάματο ερευνητή της κυπριακής προϊστορίας Πορφύριο Δίκαιο.

[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : "Ιστορία Ελληνικού Έθνους" της Εκδοτικής Αθηνών Τόμος Α' σελ. 74 - 79 και http://www.ancientgr.com].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Αρχαιότερα ομοιώματα οικιών - Μέση Νεολιθική Εποχή (5.800 - 5.300 π.Χ.)

    Τα ομοιώματα σπιτιών που εμφανίζονται στη Θεσσαλία και στην Μακεδονία κατά τη Νεολιθική εποχή διακρίνονται σε ομοιώματα με στέγη και ομοιώματα χωρίς στέγη.

    Και οι δύο κατηγορίες περιλαμβάνουν τετράγωνα ή ορθογώνια μονόχωρα και μονώροφα σπίτια, ενώ σπανιότερα παριστάνονται και διώροφα, γνωστά ως σπίτια "τύπου Τσαγγλί".

    Τα ομοιώματα με στέγη προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη Θεσσαλία και χρονολογούνται στη Μέση Νεολιθική περίοδο.

    Είναι κενά στο εσωτερικό τους και φέρουν στενά ορθογώνια ανοίγματα στις τέσσερις πλευρές τους, που υποδηλώνουν πόρτες και παράθυρα. Οι στέγες των ομοιωμάτων είναι ελαφρά δίριχτες με ένα κυκλικό άνοιγμα στο μέσον, το οποίο υπαινίσσεται την ύπαρξη εστίας στο εσωτερικό των σπιτιών. Η πρόσοψη μερικών κοσμείται με ανάγλυφη ή ολόγλυφη μορφή ζώου.

    Μεμονωμένα δείγματα με συμπαγείς πλευρές και ένα άνοιγμα στη στέγη παριστάνουν πιθανότατα σιτοβολώνες (σιρούς).

    Περαιτέρω αρχιτεκτονικά μέρη και κατασκευαστικές λεπτομέρειες, όπως δοκάρια στέγης, αποδίδονται με γραπτή, πλαστική ή εγχάρακτη διακόσμηση.
 

    Πρόκειται για τα παλαιότερα ομοίωματα οικημάτων από τον ελλαδικό και τον ευρωπαϊκό χώρο γενικότερα :
 

  • Ο περίφημος πήλινος «οικίσκος της Κραννώνος» (από τον «Πολιτισμό Σέσκλου» Θεσσαλίας). Από το εύρημα αυτό βεβαιώνεται ότι η στέγη των οικημάτων της εποχής ήταν δικλινής και ότι υπήρχε «οπαίο» για την έξοδο του καπνού. Η γραπτή διακόσμηση επιτρέπει να υποθέσουμε ανάλογο στολισμό ειδικής φύσεως κτισμάτων. Μέση Νεολιθική Εποχή (5.800 - 5.300 π.Χ.). Μουσείο Βόλου M 170.

Ο "οικίσκος της Κραννώνος"

 
Το ομοίωμα της Χαιρώνειας
  • Πήλινο ομοίωμα σπιτιού από την Χαιρώνεια. Ανήκει στη ίδια περίοδο με τον "οικίσκο της Κραννώνος". Μουσείο Χαιρώνειας 24.


 

    Τα ομοιώματα χωρίς στέγη προέρχονται από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, χρονολογούνται στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο και στοχεύουν στην προβολή του εσωτερικού του σπιτιού.


 

    Τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα προέρχονται από τους Σιταγρούς Μακεδονίας και από την Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου στα Τρίκαλα Θεσσαλίας.

    Στο εσωτερικό των σπιτιών αποδίδεται η εστία και το "θρανίο" (κρεβάτι), ενώ στο δείγμα από την Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου εμπεριέχονται και τα οκτώ μέλη της οικογένειας: παππούδες, γονείς και τέσσερα παιδιά!

    Από οικισμούς της Νεότερης και Τελικής Νεολιθικής δεν απουσιάζουν και πήλινες μικρογραφίες απαραίτητων στοιχείων του νεολιθικού νοικοκυριού, όπως φούρνοι και τραπέζια.

Πήλινο ομοίωμα σπιτιού με ειδώλια από την Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου Τρικάλων. Mουσείο Λάρισας ΜΛ.ΠΖΜ.619
    Η εύρεση των ομοιωμάτων κοντά στην εστία ή στο κεντρικό υποστήριγμα της στέγης, καθώς και κάτω από τα δάπεδα (Πλατιά Μαγούλα Ζάρκου) θεωρείται συμβολική και συνδέεται από τους ερευνητές με προσφορές θεμελίωσης και δεήσεις προστασίας του νοικοκυριού.

    Προσόψεις μινωικών σπιτιών επάνω σε πλακίδια από φαγεντιανή.

    Μ’ όλο που έχουν ύψος μόλις τριών με πέντε εκατοστών δίνουν μια εικόνα της αρχιτεκτονικής των ιδιωτικών κατοικιών της Κνωσσού.

Προσόψεις μινωικών σπιτιών

    Είναι πολυώροφες με τοίχους κτισμένους από πέτρα, στρώματα πηλού και ξυλοδεσιές.

    Δεν υπάρχουν παράθυρα στο ισόγειο, ακριβώς όπως και στα ανάκτορα.

    Τα πλακίδια αποτελούν ίσως ενθέματα κιβωτιδίου με παράσταση πόλεως και κυνηγιού. 17ος - 15ος π.Χ. αι. (Μουσείο Ηρακλείου).

    Ακόμη μία απόδειξη των πολυώροφων Μινωικών κτισμάτων είναι και αυτός ο σφραγιδόλιθος, που παρουσιάζει έναν Μινωίτη (άρχοντα, ήρωα ή θεό), να στέκεται μπροστά από ένα παραθαλάσσιο συγκρότημα κτιρίων, που μπορεί να είναι ανάκτορο ή συνοικία πόλεως. Ο Α. Έβανς ήταν από τους πρώτους που πίστευε ότι το παλάτι της Κνωσσού ήταν πολυώροφο και πολλοί τον κατέκριναν για τις απόψεις του πιστεύοντας ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.

 

 
    Η απεικόνιση του σφραγιδόλιθου σε μεγέθυνση. Ο Σφραγιδόλιθος βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χανίων.

 

    Στο ισόγειο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου των Αθηνών, στην αίθουσα 42,  επανεκτίθεται μόνιμα η "Συλλογή Σταθάτου", δωρεά της Ελένης και του Αντωνίου Σταθάτου προς το Μουσείο το 1957.

    Το ζεύγος Σταθάτου αφοσιώθηκε στην συλλογή θησαυρών οι οποίοι βρίσκονταν διασκορπισμένοι στην αγορά εξαιτίας της δράσης αρχαιοκαπήλων. 

    Τα εκθέματα καλύπτουν 69 αιώνες ελληνικής παρουσίας εντός και εκτός του ελλαδικού χώρου, από την 5η προχριστιανική χιλιετία έως τους νεώτερους χρόνους.

    Μέσα στα 971 αντικείμενα της συλλογής περιλαμβάνεται και ο χρυσός Ναΐσκος με τον Διόνυσο και νεαρό Σάτυρο (από τον θησαυρό του Καρπενησίου) και χρονολογείται στον 2ο π.Χ. αι.

Χρυσός Ναΐσκος με τον Διόνυσο και νεαρό Σάτυρο. 2ος π.Χ. αι.

     Η ελληνική επιρροή στην ετρουσκική αρχιτεκτονική είναι έκδηλη, εκτός από το σχήμα των ναών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις περιγραφές, ήταν τετράγωνοι και ξύλινοι, με προστεγάσματα, χωρίς αψίδες και θόλους.

    Πάντως, ο τυρρηνικός ρυθμός των κιόνων δεν είναι παρά μια παραλλαγή του δωρικού ρυθμού.

Αναπαράσταση ναού από τερακότα, α’ ήμισυ 1ου αι. π.Χ.,
από την περιοχή του Βούλτι.
(Ρώμη, Εθνικό Μουσείο Villa Giulia)

    Με την υποταγή στους Ρωμαίους, η τυρρηνική τέχνη υπέστη ακόμα πιο πολύ την επίδραση της μεγάλης Ελλάδας, υιοθετώντας έναν περισσότερο εμπορικό χαρακτήρα και σχεδόν αποκλειστικά μυθολογικά θέματα.

    Το εικονιζόμενο μοντέλο, το οποίο αναπαριστά ετρουσκικό ναό από το Βούλτσι, αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο.

    Ο ναός είναι σκεπασμένος με ξύλινη στέγη, η οποία προστατεύεται με κεραμίδια από τερακότα.

    Αριστερά και δεξιά της στέγης βρίσκονται τα ανθεμωτά ακρωτήρια, ενώ στο αέτωμα εικονίζεται σύμπλεγμα αγαλμάτων.

    Οι ετρουσκικοί δε κίονες θυμίζουν πολύ τους δωρικούς.

[ΠΗΓΗ κειμένων και η φωτογραφιών : "Ιστορία Ελληνικού Έθνους" της Εκδοτικής Αθηνών Τόμος Α' (σελ. 63 και σελ. 140-141), άρθρο της Μαρίας Λ. Σελέκου (Αρχαιολόγος - Ι' ΕΠΚΑ Δελφών) στο περιοδικό "CORPUS" τ.10 (Νοέμ. 1999) σελ.22, άρθρο της Αλεξάνδρας 
Τράντα - Νικολή (Αρχαιολόγος) στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ.20, άρθρο της Μαρίας Γκιώνη (Αρχαιολόγος) στο περιοδικό "CORPUS" τ.17 (Ιούν. 2000) σελ.84 και http://www.fhw.gr/chronos/01/gr/].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Αρχαιότερη τήξη μετάλλων (χαλκός, χρυσός, άργυρος) - Νεώτερη Νεολιθική Εποχή (5.300 π.Χ.)

    Η κρατούσα έως τώρα γνώμη στην Αρχαιολογία ήθελε τα μέταλλα να έρχονται από την Ανατολή, όπου και έγιναν -πάντα κατά τους ίδιους κύκλους- οι πρώτες καμινεύσεις.

    Κάπου λοιπόν στο 4.000 π.Χ. και κάτι εθεωρείτο ότι στην Εγγύς Ανατολή πραγματοποιούνται οι πρώτες χυτεύσεις χαλκού μαζί με την πρώτη χρήση αρότρου, όπως μας πληροφορεί η έκδοση των «Times» με τίτλο «Άτλας της Παγκόσμιας Ιστορίας» και το 3.000 π.Χ. γίνεται η χρήση του ορείχαλκου στην Ταϋλάνδη, το 2.000 π.Χ. έχουμε την πρώιμη μεταλλουργία στο Περού και το μόλις το 650 π.Χ. εισάγεται η σιδηρουργία στην Κίνα μαζί με την Αίγυπτο, που μόλις το 671 π.Χ. αποκτούν την σιδηρουργία, όταν οι Ασσύριοι κατακτούν την Αίγυπτο.

    Στην Ελλάδα, πάντα κατά τον «Άτλαντα» των «Times», το 3.000 π.Χ. εξαπλώνεται η χαλκουργία.

    Τα λιμνάζοντα ύδατα της “γνώσης” ταράζονται περιοδικά από τις δημοσιεύσεις των ανασκαφικών ευρημάτων και των ανακαλύψεων των αρχαιολογικών αποστολών (ελληνικών και ξένων) που δραστηριοποιούνται στον ελληνικό χώρο.

    Από το προσφάτως εκδοθέν από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων βιβλίο της αρχαιολόγου Ελένης Τσιβιλίκα, με τίτλο «Κοσμήματα της Ελληνικής Προϊστορίας», πληροφορούμεθα ότι ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή (6.500 – 5.800 π.Χ.) υπήρχαν φούρνοι για την ξήρανση των δημητριακών και το ψήσιμο του ψωμιού, όπως στην Νέα Νικομήδεια της Ημαθίας.

    Με την ανάπτυξη της πυροτεχνολογίας στους κεραμικούς κλιβάνους για το ψήσιμο των αγγείων σε αναγωγική ατμόσφαιρα, με ελεγχόμενη ροή αέρα και ποσότητας οξυγόνου, καθώς και υψηλή θερμοκρασία, στις νεώτερες φάσεις της Νεολιθικής εποχής, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την αναγωγή των μεταλλευμάτων, την μετατροπή δηλαδή του μεταλλεύματος σε μέταλλο.

    Η επινόηση στην συνέχεια της τεχνητής ενίσχυσης της φωτιάς με φυσητήρες, ώστε να δημιουργηθούν οι υψηλές θερμοκρασίες τήξης των μετάλλων - 1083°C του χαλκού, 1063°C τού χρυσού και 960°C του αργύρου - και η χρήση χωνευτηρίων έκαναν δυνατό τον έλεγχο της διαδικασίας των χημικών μεταβολών, πού μετατρέπουν το μετάλλευμα σε μέταλλο και τελικά, με την χρήση μητρών, σε αντικείμενο.

    Ευρήματα διαφόρων φάσεων δείχνουν ότι η διαδικασία αυτή ήταν γνωστή κατά την Νεώτερη (5.300 – 4.500 π.Χ.) και Τελική Νεολιθική (4.500 – 3.300 π.Χ.). Έτσι έχουμε :

  • Τμήματα πήλινων χοανών με υπολείμματα σκωριών, καθώς και σκωρίες από την Κεφάλα της Κέας προέρχονται από αναγωγή μεταλλευμάτων χαλκού όπως έδειξε η χημική ανάλυση.

  • Πήλινες χοάνες με υπολείμματα σκωριών από τήξη χαλκού από τους Σιταγρούς (Φάση ΙΙΙ) στην Δράμα.

  • Δυο χωνευτήρια με σκωρίες τήξης χαλκού από το Γυαλί Νισύρου (Δωδεκάνησα).

  • Υπολείμματα τήξης μετάλλου και σημαντικά χάλκινα αντικείμενα (εγχειρίδια, ράβδος) κοντά σε μεγάλη εστία - πυρά στο σπήλαιο Αλεπότρυπα Διρού Λακωνίας.

Χωνευτήρι από το Γυαλί Νισύρου

    Όλα τα παραπάνω έχουν βρεθεί σε στρώματα της Τελικής Νεολιθικής (4.500 – 3.300 π.Χ.) και πιστοποιούν την επιτόπια κατεργασία τού Χαλκού.
    Εκτός από τα χάλκινα υπάρχει και σωρεία ασημένιων αντικειμένων που τοποθετούνται στην Τελική Νεολιθική (4.500 – 3.300 π.Χ.).

Ζεύγη αργυρών ενωτίων
από το Διρό
  • το αργυρό περίαπτο (φυλαχτό) σε μορφή δαχτυλιόσχημου ειδωλίου, το αργυρό περιδέραιο με τις 170 μικρές χάντρες από ασήμι και τα δυο ζεύγη αργυρών ενωτίων που έχουν κατασκευαστή από σφυρήλατο σύρμα (όλα από το Διρό) και τα οποία βρίσκονται στο Νεολιθικό Μουσείο Διρού,

  • το ασημένιο περίαπτο από το σπήλαιο της Αμνιστού Ηρακλείου σε μορφή ειδωλίου από σφυρήλατο έλασμα, και

  • το αργυρό περίαπτο με τραπεζιόσχημο στέλεχος πού φέρει διαμπερή οπή από το σπήλαιο Περιστέρια της Σαλαμίνας (ή αλλιώς Σπήλαιο του Ευριπίδη) που τοποθετείται στα τέλη της Νεωτέρας και τις αρχές της Τελικής Νεολιθικής, περίπου στο 4.500 π.Χ.

    Η έκπληξη, όσον άφορά τον τομέα της μεταλλουργίας στον ελληνικό χώρο, προκύπτει από τον θησαυρό των 53 χρυσών νεολιθικών κοσμημάτων, πού ανεκαλύφθη μετά από την κατάσχεσή τους, όταν βρέθηκε στα χέρια αρχαιοκάπηλων. Παραδόθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στις 3 Οκτωβρίου του 1997.

    Για να γίνει πιο σαφής η σημασία του θησαυρού, αρκεί να πούμε ότι μέχρι την ανακάλυψη και κατάσχεσή του το σύνολο των χρυσών αντικειμένων της νεολιθικής περιόδου οποιασδήποτε μορφής πού είχε βρεθεί στον ελλαδικό χώρο ανήρχετο σε λιγότερο από δύο δεκάδες.

    Τα κοσμήματα αυτά είναι δαχτυλιόσχημα περίαπτα, ελάσματα δισκόμορφα σφυρήλατα με οπές, ελάσματα σε σχήμα ταινίας, διάφορα άλλα περίαπτα και χάντρες διαφόρων σχημάτων.

    Ο αριθμός των περιάπτων - φυλαχτών ανέρχεται στον αριθμό των 35, εκ των οποίων τα 33 έχουν το σχήμα δακτυλίου.

    Είναι κατασκευασμένα από χρυσά ελάσματα σφυρηλατημένα, που είχαν δημιουργηθεί από χύτευση σε ειδικές μήτρες.

Δισκόμορφα ελάσματα
Ίχνη γραφής (;)

    Το πιο εκπληκτικό δε όλων είναι ένα χρυσό δαχτυλιόσχημο περίαπτο με εγχάρακτα σημεία στην μία του πλευρά, τα οποία μοιάζουν να αποτελούν σημεία γραφής, όπως η αρχαιολόγος Καίτη Δημακοπούλου, στην δημοσίευσή της περί του νεολιθικού θησαυρού στην προαναφερθείσα έκδοση του ΤΑΠ αποδέχεται, τοποθετώντας όμως και ένα ερωτηματικό (?) δίπλα στην λέξη "γραφή", επειδή περιμένει - θέλουμε να πιστεύουμε - πιο ολοκληρωμένη μελέτη του υλικού και το οποίο τοποθετείται στο 4.500 με 3.300 π.Χ.

    Η παρουσία δε μιας τέτοιας μεγάλης ποσότητος χρυσού στον Ελλαδικό χώρο αυτή την εποχή και η πολύ καλή τεχνική πού εφαρμόζεται πάνω στο μέταλλο δηλώνουν καθαρά μία γνώση των κατοίκων του ελλαδικού χώρου πολύ παλαιότερη, όσον άφορα στην μεταλλουργία.

    Η απόκτηση του χρυσού προϋποθέτει βέβαια συσσώρευση πλούτου και οργανωμένες σε τάξεις κοινωνίες και εξέλιξη της τεχνογνωσίας ταυτόχρονα σε όλους τους άλλους τομείς δραστηριοτήτων του ανθρώπου.

    Όλα δείχνουν μια εντατικοποίηση του εμπορίου, των συγκοινωνιών και πολύ μεγάλη ανάπτυξη γενικότερα του πολιτισμού.

[ΠΗΓΗ κειμένου : Άρθρο του Ευάγγελου Μπεξή στο περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" τ. 206 (Φεβρ. 1999) σελ. 12919, από όπου και οι φωτογραφίες του χρυσού δαχτυλιόσχημου εγχάρακτου περιάπτου και των δισκόμορφων σφυρήλατων ελασμάτων. Άρθρο της Αλεξάνδρας Μπούνια στο περιοδικό CORPUS τ.2 (Φεβρ. 1999) σελ. 9. Οι φωτογραφίες του χωνευτηρίου χαλκού και των αργυρών ενωτίων προέρχονται από την διεύθυνση  http://www.fhw.gr/chronos/01/gr/. Οι χρονολογήσεις για την Νεολιθική Περίοδο, δίδονται βάσει του πρόσφατου καταλόγου του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, Ίδρυμα Γουλανδρή, Αθήνα 1996 από το περιοδικό CORPUS, τ.5 (Μάϊ.1999). Οι φωτογραφίες του σφραγιδόλιθου από το Αρχαιολογικό μουσείο Χανίων είναι της Άγνωστης Ελληνικής Ιστορίας

περίοδος 1 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος 2 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)

ancientgr.com