ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ
Χρονολογική περίοδος 5
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 6.000 έως
το 5.300 π.Χ.
| Ενεπίγραφος ψευδόστομος αμφορέας - Ορχομενός Βοιωτίας (6.000 π.Χ. περίπου) |
[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : Κωνσταντίνος Πλεύρης : "ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΛΦΑΒΗΤΟΝ" εκδόσεις ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ]. |
Έχει βρεθεί πάντως κυπριακό
αγγείο σε πρώιμο συνοικισμό της Συρίας και
το οποίο χρονολογείται στο 6.000 π.Χ.
Βρέθηκαν πάνω
από διακόσια λίθινα αγγεία,
κατασκευασμένα με μεγάλη
επιδεξιότητα, κυρίως αβαθείς
λεκάνες, κυκλικού, ωοειδούς και
τετράπλευρου σχήματος, συχνά με
εκροή, σπάνια και με λαβές, και
αβαθείς δίσκοι.
Βεβαιωμένη
είναι και η ύφανση. Το ράψιμο ρούχων
δηλώνεται έμμεσα από ευρήματα όπως
οστέινες καρφίδες και βελόνες.
Σε ταφές
γίνονταν σε πρόχειρα ορύγματα
εντός των θολωτών οικημάτων, με τον
νεκρό ντυμένο και σε συνεσταλμένη
στάση, συνοδευόμενο από κτερίσματα
(συνήθως λίθινα αγγεία και
κοσμήματα).
Οι
χρονολογίες που έδειξε η μέθοδος
του άνθρακα C14 είναι
γύρω στο 5.800 π.Χ.
Την
υποδειγματική ανασκαφή του
μεγάλου αυτού συνοικισμού καθώς
και πολλών άλλων νεολιθικών και
χαλκοκρατικών συνοικισμών και
θέσεων οφείλουμε στον ακάματο
ερευνητή της κυπριακής
προϊστορίας Πορφύριο Δίκαιο. [ΠΗΓΗ κειμένων
και φωτογραφιών : "Ιστορία Ελληνικού
Έθνους" της Εκδοτικής Αθηνών Τόμος Α'
σελ. 74 - 79 και http://www.ancientgr.com]. |
|
Τα ομοιώματα σπιτιών που εμφανίζονται στη Θεσσαλία και στην Μακεδονία κατά τη Νεολιθική εποχή διακρίνονται σε ομοιώματα με στέγη και ομοιώματα χωρίς στέγη. Και οι δύο κατηγορίες περιλαμβάνουν τετράγωνα ή ορθογώνια μονόχωρα και μονώροφα σπίτια, ενώ σπανιότερα παριστάνονται και διώροφα, γνωστά ως σπίτια "τύπου Τσαγγλί". Τα ομοιώματα με στέγη προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη Θεσσαλία και χρονολογούνται στη Μέση Νεολιθική περίοδο. Είναι κενά στο εσωτερικό τους και φέρουν στενά ορθογώνια ανοίγματα στις τέσσερις πλευρές τους, που υποδηλώνουν πόρτες και παράθυρα. Οι στέγες των ομοιωμάτων είναι ελαφρά δίριχτες με ένα κυκλικό άνοιγμα στο μέσον, το οποίο υπαινίσσεται την ύπαρξη εστίας στο εσωτερικό των σπιτιών. Η πρόσοψη μερικών κοσμείται με ανάγλυφη ή ολόγλυφη μορφή ζώου. Μεμονωμένα δείγματα με συμπαγείς πλευρές και ένα άνοιγμα στη στέγη παριστάνουν πιθανότατα σιτοβολώνες (σιρούς).
Περαιτέρω
αρχιτεκτονικά μέρη και
κατασκευαστικές λεπτομέρειες,
όπως δοκάρια στέγης, αποδίδονται
με γραπτή, πλαστική ή εγχάρακτη
διακόσμηση.
Προσόψεις μινωικών σπιτιών επάνω σε πλακίδια από φαγεντιανή. Μ’ όλο που έχουν ύψος μόλις τριών με πέντε εκατοστών δίνουν μια εικόνα της αρχιτεκτονικής των ιδιωτικών κατοικιών της Κνωσσού.
Η ελληνική επιρροή στην ετρουσκική αρχιτεκτονική είναι έκδηλη, εκτός από το σχήμα των ναών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις περιγραφές, ήταν τετράγωνοι και ξύλινοι, με προστεγάσματα, χωρίς αψίδες και θόλους. Πάντως, ο τυρρηνικός ρυθμός των κιόνων δεν είναι παρά μια παραλλαγή του δωρικού ρυθμού.
[ΠΗΓΗ κειμένων και η
φωτογραφιών : "Ιστορία Ελληνικού Έθνους"
της Εκδοτικής Αθηνών Τόμος Α' (σελ. 63 και σελ.
140-141), άρθρο της Μαρίας Λ. Σελέκου (Αρχαιολόγος
- Ι' ΕΠΚΑ Δελφών) στο περιοδικό "CORPUS" τ.10
(Νοέμ. 1999) σελ.22, άρθρο της Αλεξάνδρας |
|
Η κρατούσα έως τώρα γνώμη στην Αρχαιολογία ήθελε τα μέταλλα να έρχονται από την Ανατολή, όπου και έγιναν -πάντα κατά τους ίδιους κύκλους- οι πρώτες καμινεύσεις. Κάπου λοιπόν στο 4.000 π.Χ. και κάτι εθεωρείτο ότι στην Εγγύς Ανατολή πραγματοποιούνται οι πρώτες χυτεύσεις χαλκού μαζί με την πρώτη χρήση αρότρου, όπως μας πληροφορεί η έκδοση των «Times» με τίτλο «Άτλας της Παγκόσμιας Ιστορίας» και το 3.000 π.Χ. γίνεται η χρήση του ορείχαλκου στην Ταϋλάνδη, το 2.000 π.Χ. έχουμε την πρώιμη μεταλλουργία στο Περού και το μόλις το 650 π.Χ. εισάγεται η σιδηρουργία στην Κίνα μαζί με την Αίγυπτο, που μόλις το 671 π.Χ. αποκτούν την σιδηρουργία, όταν οι Ασσύριοι κατακτούν την Αίγυπτο. Στην Ελλάδα, πάντα κατά τον «Άτλαντα» των «Times», το 3.000 π.Χ. εξαπλώνεται η χαλκουργία. Τα λιμνάζοντα ύδατα της “γνώσης” ταράζονται περιοδικά από τις δημοσιεύσεις των ανασκαφικών ευρημάτων και των ανακαλύψεων των αρχαιολογικών αποστολών (ελληνικών και ξένων) που δραστηριοποιούνται στον ελληνικό χώρο. Από το προσφάτως εκδοθέν από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων βιβλίο της αρχαιολόγου Ελένης Τσιβιλίκα, με τίτλο «Κοσμήματα της Ελληνικής Προϊστορίας», πληροφορούμεθα ότι ήδη από την Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή (6.500 – 5.800 π.Χ.) υπήρχαν φούρνοι για την ξήρανση των δημητριακών και το ψήσιμο του ψωμιού, όπως στην Νέα Νικομήδεια της Ημαθίας. Με την ανάπτυξη της πυροτεχνολογίας στους κεραμικούς κλιβάνους για το ψήσιμο των αγγείων σε αναγωγική ατμόσφαιρα, με ελεγχόμενη ροή αέρα και ποσότητας οξυγόνου, καθώς και υψηλή θερμοκρασία, στις νεώτερες φάσεις της Νεολιθικής εποχής, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες για την αναγωγή των μεταλλευμάτων, την μετατροπή δηλαδή του μεταλλεύματος σε μέταλλο. Η επινόηση στην συνέχεια της τεχνητής ενίσχυσης της φωτιάς με φυσητήρες, ώστε να δημιουργηθούν οι υψηλές θερμοκρασίες τήξης των μετάλλων - 1083°C του χαλκού, 1063°C τού χρυσού και 960°C του αργύρου - και η χρήση χωνευτηρίων έκαναν δυνατό τον έλεγχο της διαδικασίας των χημικών μεταβολών, πού μετατρέπουν το μετάλλευμα σε μέταλλο και τελικά, με την χρήση μητρών, σε αντικείμενο. Ευρήματα διαφόρων φάσεων δείχνουν ότι η διαδικασία αυτή ήταν γνωστή κατά την Νεώτερη (5.300 – 4.500 π.Χ.) και Τελική Νεολιθική (4.500 – 3.300 π.Χ.). Έτσι έχουμε :
Όλα τα παραπάνω έχουν
βρεθεί σε στρώματα της Τελικής Νεολιθικής
(4.500 – 3.300 π.Χ.) και πιστοποιούν την επιτόπια
κατεργασία τού Χαλκού. το αργυρό
περίαπτο (φυλαχτό) σε μορφή
δαχτυλιόσχημου ειδωλίου, το αργυρό
περιδέραιο με τις 170 μικρές χάντρες
από ασήμι και τα δυο ζεύγη αργυρών
ενωτίων που έχουν κατασκευαστή από
σφυρήλατο σύρμα (όλα από το Διρό) και
τα οποία βρίσκονται στο Νεολιθικό
Μουσείο Διρού, το ασημένιο
περίαπτο από το σπήλαιο της Αμνιστού
Ηρακλείου σε μορφή ειδωλίου από
σφυρήλατο έλασμα, και το αργυρό
περίαπτο με τραπεζιόσχημο στέλεχος
πού φέρει διαμπερή οπή από το σπήλαιο
Περιστέρια της Σαλαμίνας (ή αλλιώς
Σπήλαιο του Ευριπίδη) που
τοποθετείται στα τέλη της Νεωτέρας
και τις αρχές της Τελικής Νεολιθικής,
περίπου στο 4.500 π.Χ.
Η έκπληξη, όσον
άφορά τον τομέα της μεταλλουργίας στον
ελληνικό χώρο, προκύπτει από τον
θησαυρό των 53 χρυσών νεολιθικών
κοσμημάτων, πού ανεκαλύφθη μετά από την
κατάσχεσή τους, όταν βρέθηκε στα χέρια
αρχαιοκάπηλων. Παραδόθηκε στο Εθνικό
Αρχαιολογικό Μουσείο στις 3 Οκτωβρίου
του 1997.
Για να γίνει
πιο σαφής η σημασία του θησαυρού,
αρκεί να πούμε ότι μέχρι την
ανακάλυψη και κατάσχεσή του το
σύνολο των χρυσών αντικειμένων της
νεολιθικής περιόδου οποιασδήποτε
μορφής πού είχε βρεθεί στον
ελλαδικό χώρο ανήρχετο σε λιγότερο
από δύο δεκάδες.
Τα κοσμήματα
αυτά είναι δαχτυλιόσχημα περίαπτα,
ελάσματα δισκόμορφα σφυρήλατα με
οπές, ελάσματα σε σχήμα ταινίας,
διάφορα άλλα περίαπτα και χάντρες
διαφόρων σχημάτων.
Ο αριθμός
των περιάπτων - φυλαχτών ανέρχεται
στον αριθμό των 35, εκ των οποίων τα
33 έχουν το σχήμα δακτυλίου.
Είναι
κατασκευασμένα από χρυσά ελάσματα
σφυρηλατημένα, που είχαν
δημιουργηθεί από χύτευση σε
ειδικές μήτρες.
Το πιο
εκπληκτικό δε όλων είναι ένα χρυσό
δαχτυλιόσχημο περίαπτο με
εγχάρακτα σημεία στην μία του
πλευρά, τα οποία μοιάζουν να
αποτελούν σημεία γραφής, όπως η
αρχαιολόγος Καίτη Δημακοπούλου,
στην δημοσίευσή της περί του
νεολιθικού θησαυρού στην
προαναφερθείσα έκδοση του ΤΑΠ
αποδέχεται, τοποθετώντας όμως και
ένα ερωτηματικό (?) δίπλα στην λέξη
"γραφή", επειδή περιμένει -
θέλουμε να πιστεύουμε - πιο
ολοκληρωμένη μελέτη του υλικού και
το οποίο τοποθετείται στο 4.500 με 3.300
π.Χ.
Η παρουσία
δε μιας τέτοιας μεγάλης ποσότητος
χρυσού στον Ελλαδικό χώρο αυτή την
εποχή και η πολύ καλή τεχνική πού
εφαρμόζεται πάνω στο μέταλλο
δηλώνουν καθαρά μία γνώση των
κατοίκων του ελλαδικού χώρου πολύ
παλαιότερη, όσον άφορα στην
μεταλλουργία.
Η απόκτηση
του χρυσού προϋποθέτει βέβαια
συσσώρευση πλούτου και
οργανωμένες σε τάξεις κοινωνίες
και εξέλιξη της τεχνογνωσίας
ταυτόχρονα σε όλους τους άλλους
τομείς δραστηριοτήτων του
ανθρώπου.
Όλα δείχνουν
μια εντατικοποίηση του εμπορίου,
των συγκοινωνιών και πολύ μεγάλη
ανάπτυξη γενικότερα του
πολιτισμού. [ΠΗΓΗ κειμένου :
Άρθρο του Ευάγγελου Μπεξή στο
περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" τ. 206 (Φεβρ. 1999)
σελ. 12919, από όπου και οι φωτογραφίες του
χρυσού δαχτυλιόσχημου εγχάρακτου
περιάπτου και των δισκόμορφων
σφυρήλατων ελασμάτων. Άρθρο της
Αλεξάνδρας Μπούνια στο περιοδικό CORPUS τ.2
(Φεβρ. 1999) σελ. 9. Οι φωτογραφίες του
χωνευτηρίου χαλκού και των αργυρών
ενωτίων προέρχονται από την διεύθυνση
http://www.fhw.gr/chronos/01/gr/.
Οι χρονολογήσεις για την Νεολιθική
Περίοδο, δίδονται βάσει του πρόσφατου
καταλόγου του Μουσείου Κυκλαδικής
Τέχνης, Ίδρυμα Γουλανδρή, Αθήνα 1996 από
το περιοδικό CORPUS, τ.5 (Μάϊ.1999). Οι
φωτογραφίες του σφραγιδόλιθου από το
Αρχαιολογικό μουσείο Χανίων είναι της
Άγνωστης Ελληνικής Ιστορίας |
περίοδος
1 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος
2 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το
50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το
8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει
ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)














