ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/ancientgr.com/Ιστορία
ancientgr.com·2001

Αναλυτικός πίνακας αρχαιολογικών ευρημάτων - Χρονολογική περίοδος 9

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ

 Χρονολογική περίοδος 9
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 700 έως το 500 π.Χ. (περίπου)

 

Αρχαιότεροι σιδερένιοι «οβελοί» – Ηραίον Άργους (αρχές 7ου π.Χ. αι.)

Οι οβελοί θεωρούνται ως οι πραγματικοί πρόδρομοι των νομισμάτων.

Έξι οβελοί, όσους μπορούσε να εσωκλείσει η ανθρώπινη παλάμη, αποτέλεσαν μια «δράκα» (δράττομαι = αδράχνω, πιάνω με την παλάμη) και για αυτό τους ονόμασαν «δραχμή».

Πρόκειται για την παλαιότερη δραχμή, με τους οβελούς ως υποδιαιρέσεις της να έχουν την μικρότερη αξία.
Η δραχμή καθιερώθηκε στην Αθήνα τον 7ο αι. π.Χ. από τον βασιλιά του Άργους Φείδωνα.

Σε ανασκαφή στο Ηραίο του Άργους βρέθηκε μια δέσμη 180 οβελών, αφιέρωμα, σύμφωνα με την γνώμη των επιστημόνων, του Φείδωνα στην Ήρα.

[ΠΗΓΗ κειμένων : Περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" τ.226 (Οκτ. 2000) σελ. 14382 και άρθρο του Δημητρίου Ν. Γαρουφαλή στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ. 36 από όπου και η φωτογραφία].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Καταποντισμένες Ελληνικές πόλεις - Αλεξάνδρεια Αιγύπτου (7ος - 6ος π.Χ. αι.)

20 περίπου χιλιόμετρα βορειο-ανατολικά της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου και σε απόσταση 15-30 μέτρων από την ακτή του Αμπουκίρ, η πολυεθνική επιστημονική ομάδα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Ενάλιας Αρχαιολογίας (στην οποία συμμετέχουν και Έλληνες ειδικοί) εντόπισε τα κατάλοιπα τεσσάρων αρχαίων ελληνικών πόλεων.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Γάλλου ιδρυτή του Ινστιτούτου και επικεφαλή της αποστολής, Φρανκ Γκοντιό (Frank Goddio), τρεις από αυτές ταυτίστηκαν ήδη με την Μίνωτι, την Κάνωπο και το Ηράκλειον, πόλεις οι οποίες ιδρύθηκαν τον 7ο ή 6ο αι. π.Χ. και καταποντίστηκαν τον 8ο μ.Χ. αιώνα από σεισμό ή εξαιτίας ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Το Ηράκλειον οφείλει το όνομά του στον ναό του Ηρακλέως που περιγράφεται και από τον Ηρόδοτο και φαίνεται πως υπήρξε σημαντικότατο λιμάνι για πολλούς αιώνες.

Η Κάνωπος (κατά την μυθολογία) πήρε το όνομά της από τον Κάνωπο, τον πηδαλιούχο του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου, όταν επιστρέφοντας από την Τροία με την ωραία Ελένη, σταμάτησε στην περιοχή. Εκεί πεθαίνοντας από δάγκωμα φιδιού μεταμορφώθηκε σε θεό και, μαζί με την γυναίκα του Μίνωτι (ή Μένουθι) έδωσαν τα ονόματά τους στις δύο πόλεις.

Εντυπωσιακή είναι η πολύ καλή κατάσταση στην οποία διατηρούνται οι αρχαιότητες και ειδικότερα τα ποικίλα αγάλματα, τα οποία αναπαριστούν κυρίως αιγυπτιακές θεότητες.

Οι αρμόδιοι ερευνητές έχουν αποφασίσει να ανασύρουν, προς το παρόν, μόνο κάποια κινητά ευρήματα όπως : γλυπτά, αγγεία, κοσμήματα από χρυσό και άλλα πολύτιμα υλικά και νομίσματα.

Με απόφαση του Αιγυπτιακού Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων, οι περισσότερες αρχαιότητες θα παραμείνουν στην θέση που βρέθηκαν, ώστε να αποτελέσουν τα εκθέματα ενός φυσικού υποβρυχίου μουσείου, το οποίο το κοινό θα μπορεί να επισκέπτεται με ειδικά διαμορφωμένα πλοία.

Το σχέδιο αυτό προϋποθέτει των καθαρισμό των θαλασσίων υδάτων από την υψηλών επιπέδων μόλυνση και εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμο σε τρία χρόνια…

[ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 100 και άρθρο της Μαργαρίτας Νικολακάκη - Κέντρου (Αρχαιολόγος - Mphil Αγυπτιολογίας) στο περιοδικό "CORPUS" τ.18, σελ. 13 (Ιουλ. 2000)].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Οι ελληνιστικές επιδράσεις στην σκυθική τέχνη (7ος – 3ος π.Χ. αι.)

Τα μυκηναϊκά ευρήματα που έρχονται στο φως  σε τάφους της Κριμαίας, αλλά και κατά μήκος των ποταμών της περιοχής (Δούναβης, Δνείπερος, Δνείστερος, Δον, κ.α.) μαρτυρούν  την ύπαρξη εμπορικών σχέσεων με εκείνους τις μακρινούς τόπους από την εποχή ακόμα που η Μαύρη Θάλασσα μας ήταν γνωστή ως Άξενος (αφιλόξενος) Πόντος.

Παρόλο που οι Σκύθες, τα νομαδικά φύλα των Ευρασιατικών στεπών, επιτίθονταν στους υπόλοιπους γειτονικούς τους λαούς, ανέπτυξαν εμπορικές σχέσεις με τις Ελληνικές αποικίες των Βορείων παραλίων του Εύξεινου Πόντου. Μέσα από τις συνεχείς επαφές των δύο κόσμων δημιουργήθηκε ένας νέος, γηγενής, με αρκετά ελληνικά πολιτισμικά στοιχεία.

Αδιάψευστος μάρτυρας των επιρροών αυτών είναι η σκυθική τέχνη, η οποία διακρίνεται σε τρεις περιόδους :

Α) στην Πρωτοσκυθική (τέλος 7ου - 6ος αι. π.Χ.),
Β) στην Μεσοσκυθική (5ος - 4ος αι. π.Χ.) και
Γ) στην Υστεροσκυθική (τέλος 4ου - α’ μισό 3ου αι. π.Χ.).

Κατά την πρωτοσκυθική περίοδο κυριαρχεί ο ζωομορφικός ρυθμός, εγκολπώνοντας τη σκυθική καλλιτεχνική παράδοση της νομαδικής τέχνης και ξένα, κυρίως ανατολικά, αλλά και ελληνικά πρότυπα.

Αίγαγροι και αιλουροειδή, αλλά και μορφές φανταστικών ζώων, όπως το πολύ αγαπητό θέμα του φτερωτού γρύπα, καθώς και ζώα άγνωστα στην πανίδα των βόρειων περιοχών της μαύρης θάλασσας, όπως ο αίγαγρος και ο πάνθηρας, χαρακτηρίζουν την αρχαϊκή περίοδο της σκυθικής τέχνης.

Τα ελληνικά αντικείμενα που έφθασαν στη Σκυθία κατά την αρχαϊκή περίοδο ήταν λίγα και αυτό γιατί αρχικά η στρατιωτική αριστοκρατία ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητη στην εισαγωγή ελληνικών συνηθειών.

Λαβή ελικωτού κρατήρα με διακόσμηση
γοργόνας. (Έργο ελληνικό, 6ος π.Χ. αι.
Μουσείο Ερμιτάζ

Σε διάφορες περιοχές της Ουκρανίας βρέθηκαν κομμάτια μεγάλων χάλκινων κρατήρων (συνήθως ελικωτών με διακόσμηση γοργόνας), παρόμοιων στην εμφάνιση με εκείνόυς που βρέθηκαν στην Ιλλυρία και στο Βιξ, καθώς και χάλκινα κάτοπτρα, πιθανώς από κάποιο εργαστήριο ελληνικής αποικίας (Παντικάπαιου, Ολβίας).
 

Χρυσή κτένα με σκηνή μάχης από το σκυθικό ηρωικό έπος. Η κεντρική μορφή φορά επιπλέον κράνος κορινθιακού τύπου, φολιδωτό θώρακα και περικνημίδες. Η χτένα ανήκει στα έργα που έγιναν από Έλληνες τεχνίτες των ελληνικών αποικιών κατά παραγγελία Σκυθών αριστοκρατών (Α' μισό 4ου π.Χ. αι., τύμβος Σολόχα, ανατολική όχθη Δνείπερου, Ουκρανία. Μουσείο Ερμιτάζ)

Κατά τη μεσοσκυθική περίοδο (5ος - 4ος αι. π.Χ.) μεσουρανεί ο ζωομορφικός ρυθμός, με θέματα περισσότερο στυλιζαρισμένα και με πιο έντονη την επίδραση των ελληνικών εργαστηρίων, αλλά και της τέχνης άλλων περιοχών.
Έτσι στη θέση του κριαριού, του αίγαγρου και του αλόγου της πρώτης περιόδου, εμφανίζονται ο λύκος (σαρματική επίδραση), το λιοντάρι, ο λαγός και ο αγριόχοιρος (ελληνική επίδραση).

Εξαιρετικής τέχνης και μοναδικό δείγμα της αρχαίας τορευτικής, εκτελεσμένο με μια σχεδόν ελληνική τεχνοτροπία (χωρίς να απουσιάζουν και οι σκυθικές τάσεις), είναι το υπέροχο επίχρυσο κάτοπτρο από το Κελερμές (κατασκευασμένο από επένδυση οκτώ τριγωνικών φύλλων ήλεκτρου), στο οποίο εικονίζεται η φτερωτή θεά Κυβέλη περιτριγυρισμένη από ζώα και φανταστικά όντα.

Κατά τον 4ο αι. π.Χ., οι επαφές των Σκυθών με τις ελληνικές αποικίες της Μαύρης Θάλασσας έγιναν εντονότερες, επισπεύδοντας την πολιτιστική τους ανάπτυξη. Η αρχική εχθρική τους στάση απέναντι στα ελληνικά έθιμα και τις ελληνικές θρησκευτικές δοξασίες παραμερίστηκε και εκδηλώθηκε ένα άμεσο ενδιαφέρον για τον θρησκευτικό ανθρωπομορφισμό των ελλήνων.
Οι πρώτες ανθρωπόμορφες παραστάσεις έγιναν από έλληνες τεχνίτες σε τοπικά εργαστήρια, ιδιαίτερα στο Παντικάπαιο (σημ. Κέρτς), για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες της σκυθικής αριστοκρατίας.

Τα περισσότερα και τα σημαντικότερα από αυτά τα κομψοτεχνήματα τορευτικής, που προέρχονται από τους ταφικούς τύμβους της Ν. Ρωσίας και της Ουκρανίας, τα περίφημα «κουργκάν», χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες :

  • εκείνα που προέρχονται από τα εργαστήρια της κυρίως Ελλάδας ή από αποικίες του Ευξείνου πόντου,

  • στα έργα που κατασκευάστηκαν με παραγγελίες σε ελληνικά εργαστήρια και προορίζονταν για τη σκυθική πελατεία, με θέματα από την καθημερινή ζωή ή τις δοξασίες των σκυθών, και

  • στα αυθεντικά σκυθικά έργα, στα οποία κυριαρχεί η απεικόνιση των ζώων.

Κατά την υστεροσκυθική περίοδο (τέλος 4ου - α’ μισό 3ου αι. π.Χ.) είναι σαφής η προτίμηση σε ζωομορφικά μοτίβα, τα οποία όπως αποβάλλουν τον όγκο τους, σχηματοποιούνται έντονα και χάνονται μέσα σε περίπλοκο διάκοσμο. Παρόλα αυτά η σκυθική τέχνη αυτής της τελευταίας περιόδου κερδίζει σε πρωτοτυπία και κομψότητα.

Χρυσό περιδέραιο, έργο ελληνικού εργαστηρίου, προοριζόμενο για Σκύθες. Τέλος 4ου π.Χ. αι., τύμβος Καραγκοντεουάσχ. Μουσείο Ερμιτάζ

[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : Άρθρο του Δημήτριου Ν. Γαρουφαλή στο περιοδικό "CORPUS" τ.1 (Ιαν. 1999) σελ. 60 και άρθρο του Αλέξανδρου Γκούρωφ στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ. 16].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Έναρξη αποίκισης βόρειου Εύξεινου Πόντου (μέσα 7ου π. Χ. αι.)

Για πολλά χρόνια ήταν, και εν μέρει παραμένει ακόμα, κοινή μεταξύ ιστορικών και αρχαιολόγων η άποψη πως οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν σε θέση να πλεύσουν στα σκοτεινά νερά του Ευξείνου Πόντου, προτού κατασκευάσουν την γνωστή πεντηκόντορο (πενηντάκωπος) γύρω στο 680 π.Χ.

Συνεπώς, και κατά την ίδια πάντα άποψη, ο ελληνικός αποικισμός του Πόντου πιθανώς να ξεκίνησε λίγο αργότερα…

Την θεωρία αυτή φαίνεται πως ανατρέπουν ευρήματα από τα βόρεια παράλια του Πόντου, που χρονολογούνται στο β’ τέταρτο του 7ου αιώνα π.Χ. και περιλαμβάνουν :

  • θραύσματα μιας κύλικας από το σημερινό νησάκι Μπερεζάν στις εκβολές των ποταμών Δνείπερου (αρχ. Βορυσθένης) και Μπουγκ (αρχ. Ύπανις) και

  • θραύσματα κυπέλλου από τον (με γηγενή πληθυσμό) οικισμό Νεμίροβο, ο οποίος βρίσκεται 400 χλμ βόρεια του Μπερεζάν (εντός της δασοστέπας..!)

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Εύξεινος Πόντος ήταν ήδη γνωστός στους Έλληνες κατά το β’ τέταρτο του 7ου αιώνα π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα, εάν λάβουμε υπ’ όψιν τα ”απρόσμενα” μυκηναϊκά ευρήματα (περί του 1.300 – 1.000 π.Χ.)

Λίγο μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. ιδρύεται στο Μπερεζάν (επί χάρτου σημείον Α) ο πρώτος ελληνικός οικισμός στην βόρεια παραλία της Μαύρης Θάλασσας, ενώ ο δεύτερος εμφανίζεται λίγο αργότερα στο Ταγκαρόνγκ (επί χάρτου σημείον Β) πλησίον του ποταμού Δον (αρχ. Τάναϊς) στην Αζοφική Θάλασσα.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η "θεωρία" που θέλει τους Έλληνες να εμφανίζονται στα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας μετά το 630 π.Χ. και να εγκαθίστανται μετά το 600 π.Χ., τίθεται υπό συζήτηση.

[ΠΗΓΗ κειμένου και εικόνας : Άρθρο του Δρος Ηλία Πετρόπουλου (Ιστορικός - Αρχαιολόγος) στο περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 61].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Τα παλαιότερα ελληνικά νομίσματα (6ος π.Χ. αι.)
Τα πρώτα νομίσματα, τα οποια ήταν κατασκευασμένα από ήλεκτρον (φυσικό κράμα από 73% χρυσό και 27% άργυρο), κυκλοφόρησαν στα μικτασιατικά παράλια στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., εποχή έντονων οικονομικών σχέσεων ανάμεσα στο βασίλειο της Λυδίας και τις ελληνικές αποικίες της δυτικής Μικράς Ασίας.

Στην 'Εφεσο, κάτω από τα θεμέλια του ναού της Αρτέμιδος βρέθηκαν τα παλαιότερα γνωστά νομίσματα, μερικά από τα οποία αναγνωρίστηκαν ως ελληνικά (της Εφέσου ή της Φώκαιας).

α) Στατήρας Σάμου από ήλεκτρον (περίπου 600 – 550 π.Χ.). Άτυπος εμπροσθότυπος με πολλά βαθουλώματα και δύο έγκοιλα τετράγωνα στον οπισθότυπο. 

β) Ασημένιος στατήρας Αίγινας «Χελώνη» (6ος π.Χ. αι.). Η Αίγινα ήταν η πρώτη από τις πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδος που έκοψε νόμισμα. Η θαλάσσια χελώνη του εμπροσθότυπου ήταν το σύμβολο της θαλασσοκρατορίας της πόλης. Μετά την ήττα της από την Αθήνα (457/6 π.Χ.) ο τύπος μετατράπηκε σε χερσαία χελώνα.
γ) Στατήρας Εφέσου από ήλεκτρον, με παράσταση ελαφιού που βόσκει και πάνω η επιγραφή "ΦΑΕΝΟΣ ΕΜΙ ΣΗΜΑ" (600 π.Χ. περίπου). Θεωρείται το παλαιότερο ενεπίγραφο ελληνικό νόμισμα.

Το έγκοιλο τετράγωνο καθιερώθηκε ως επίσημο «βεβαιωτικό σημείο» της πόλης που εκπροσωπούσε το νόμισμα. 

Επρόκειτο για τον «νομισματικό τύπο», ο οποίος αποτέλεσε μαζί με το βάρος και το μέταλλο τα τρία χαρακτηριστικά του νομίσματος και ως σκοπό είχε να απαλλάξει τους συναλλασσόμενους από το ζύγισμα του νομίσματος.

Η νομισματοκοπία, ως ένα από τα χαρακτηριστικότερα προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδος, με ανεξαρτησία και απερίγραπτη ποικιλία μορφών και τύπων (περί των 30.000), με απαράμιλλη δεξιοτεχνία τόσο στην σύνθεση των παραστάσεων όσο και στην απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών του ανθρωπίνου σώματος και των ζώων που εικονίζονται, ορθά θεωρήθηκε από το σύνολο σχεδόν της επιστημονικής κοινότητας ως μια "ελληνική ανακάλυψη" (Gisela Richter : A Handbook of Greek Art).

[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : Άρθρο του Δημητρίου Ν. Γαρουφαλή στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ. 38].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Οικισμός της αρχαίας Θέρμης – Θεσσαλονίκη (6ος π.Χ. αι.)

Ένα από τα σημαντικότερα και πιο κοσμοπολίτικα λιμάνια της Μεσογείου αποκαλύπτει η σκαπάνη του καθηγητή του ΑΠΘ, Μιχάλη Τιβέριου, ο οποίος εδώ και έξι χρόνια ανασκάπτει συστηματικά, με συνεργάτες και με φοιτητές του Πανεπιστημίου, την αρχαία Θέρμη, στον χώρο του στρατοπέδου Κόρδα στο Καραμπουρνάκι.

Από το 1994 έως και την περασμένη θερινή ανασκαφική περίοδο τα ευρήματα, κινητά και οικοδομικά, που ήλθαν στο φως επιβεβαιώνουν τη συνεχή κατοίκηση και την εμπορική δραστηριότητα που υπήρχε στο αρχαίο λιμάνι.

Οι φάσεις οικοδόμησης της πόλης, η οποία ήταν κτισμένη «κωμηδόν», δηλαδή απαρτιζόταν από μικρούς οικισμούς, διακρίνονται σε δύο:

  • Η αρχαιότερη περιλαμβάνει σπίτια και αποθήκες με πιθάρια (πιθεώνες) και τοποθετείται στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.

  • Η δεύτερη φάση χρονολογείται γύρω στο 500 π.Χ., με ίδιας χρήσης κτίσματα.

Χαρακτηριστικοί είναι οι υπόγειοι και οι ημιυπόγειοι χώροι που διαθέτουν μυλόπετρες, εστίες και πλήθος χρηστικών αντικειμένων, οι οποίοι χρησίμευαν ως χώροι διαμονής ή ως εργαστηριακοί.

Από τα κινητά ευρήματα το μεγαλύτερο μέρος αποτελεί η χρηστική κεραμική, κυρίως εισηγμένη. Στους μυκηναϊκούς αλλά και στους γεωμετρικούς χρόνους (10ος - 8ος αιώνας π.Χ.) χρονολογείται η αρχαιότερη κεραμική, η οποία προέρχεται από εργαστήρια της Αττικής, της Εύβοιας και, πιθανότατα, των Κυκλάδων.

Αλλά και στους επόμενους αιώνες, στον 7ο και στον 6ο αιώνα π.Χ. (αρχαϊκοί χρόνοι), πλήθος αγγείων από την Αττική, την Κόρινθο, τη Λακωνία και τον ανατολικό ελλαδικό χώρο, δηλαδή από τα σημαντικότερα εμπορικά και κεραμικά κέντρα της εποχής, εισήχθησαν στην αρχαία Θέρμη.

Μεταξύ των αγγείων σημαντικός είναι ο αριθμός των οξυπύθμενων αμφορέων, χωρητικότητας έως και 36 κιλών, προέλευσης από διάφορα εργαστήρια του ελληνικού κόσμου, -ηπειρωτικού, νησιωτικού, παράκτιου μικρασιατικού-, επιβεβαιώνοντας τις ιστορικές μαρτυρίες για την πολύπλευρη και πολυσήμαντη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα του λιμανιού της αρχαίας Θέρμης.

Μεγάλες ποσότητες κρασιού και λαδιού έφθαναν στην αρχαία Θέρμη κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους από την Κόρινθο, την Αθήνα, τη Χίο, τη Λέσβο, τη Σάμο, τις Κλαζομενές, τη Μίλητο, τη Μένδη και από αλλού.

Ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός αγγείων από τα μικρασιατικά παράλια και από τα νησιά δείχνει την ιδιαίτερη δραστηριοποίηση στο λιμάνι της Θέρμης των εμπόρων του ανατολικού ελλαδικού χώρου και κυρίως των Ιώνων.

Δεν λείπουν και οι επιγραφές που επιβεβαιώνουν την έντονη παρουσία των τελευταίων, ιδίως οι εγχάρακτες επάνω σε αγγεία. Οι επιγραφές είναι ως επί το πλείστον ελληνικές, χωρίς όμως να λείπουν και οι ξενόγλωσσες, όπως μία καρική με εμπορικό πιθανότατα περιεχόμενο, και συνθέτουν την εικόνα ενός πολύβουου λιμανιού με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα.

[ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 101 και περιοδικό "CORPUS" τ.22, σελ. 8 (Δεκ. 2000) - επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος)].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Η αρχαιότερη παρουσία σκυροδέματος (6ος – 5ος π.Χ. αι.)

Η διεθνής επιστημονική κοινότητα ερευνά τις αρχαίες ελληνικές κατασκευές και τα συμπεράσματα που παρουσιάζονται σε διεθνή συμπόσια (όπως το Conservation of Stone and Other Materials. Proccedings of the International RILEM/UNESCO Congress επί σειράς ετών στην Νέα Υόρκη 1987 - 1999), από Αρχαιολόγους, Μεταλλειολόγους και άλλους ειδικούς επιστήμονες, μιλούν για την χρήση τσιμέντου.

Παρά την έλλειψη γραπτών κειμένων, τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά ευρήματα μας παραθέτουν αποδείξεις για την γνώση και χρήση σκυροδέματος από τους αρχαίους Έλληνες μηχανικούς :

α) Το άριστα διασωζόμενο τεχνικό υπόγειο υδραυλικό έργο δεξαμενής νερού στην αρχαία πόλη της Καμείρου της νήσου Ρόδου. Ορθογώνια κατασκευή χωρητικότητας 600 περίπου κυβικών μέτρων, επενδεδυμένη με υδατοστεγές κονίαμα, χρονολογείται τον 6ο - 5ο π.Χ. αιώνα.

Τεμάχιο του σκυροδέματος από την δεξαμενή της Καμίρου
Τεμάχιο αρχαίου σκυροδέματος από την
δεξαμενή της Καμίρου
Μια από τις μεγάλες δεξαμενές νερού στο αρχαίο Λαύριο. Διακρίνονται τμήματα από το περίφημο επίστρωμα που εμπόδιζε την απορρόφηση του νερού

β) Οι δεξαμενές των μεταλλευτικών εγκαταστάσεων του Λαυρίου. Στεγανοποιημένες με υδραυλικό κονίαμα, χρησίμευαν στον εφοδιασμό των πλυντηρίων με το απαραίτητο για την λειτουργία του νερό. Το 1996, στο 3ο συμπόσιο της Αρχαιομετρικής Εταιρείας Ελλάδος, έγινε αναλυτική παρουσίαση κονιάματος και τσιμεντοκονιάματος των πλυντηρίων της Αγριλέζας Λαυρίου (4ος π.Χ. αι.) Κονιάματος με προσμείξεις μολύβδου (Κων. Κονοφάγος και Βαδέκα 1975) που έχει ως αποτέλεσμα την κατασκευή στεγανού επιχρίσματος. Ο καθηγητής Κονοφάγος θεώρησε ότι γινόταν ανάμειξη σκόνης λιθαργύρου (PbO) με σιδηρομαγγανιούχα ορυκτά, με άμμο κ.ά. Το μείγμα στην συνέχεια υφίστατο σύντηξη σε θερμοκρασία 800-900 0C, μέχρις ότου υαλωθεί, και μετά από ψύξη σε νερό γινόταν κοκκοποίηση του γυαλιού και εφαρμογή της σκόνης σαν υδατικό γαλάκτωμα σε ασβεστόνερο με την βοήθεια πινέλου. Ο λιθάργυρος, ο οποίος υπήρχε σε μεγάλες ποσότητες στην περιοχή, προέκυπτε από την διαδικασία "κυπέλλωσης", δηλαδή του τελικού σταδίου διαχωρισμού του αργύρου από τον μόλυβδο με το οποίον ήτο μεμειγμένος, πριν από τον τελικό του καθαρισμό.

Το σύντηγμα αργύρου-μολύβδου θερμαίνονταν σε ειδικό πυρίμαχο κύπελλο (εξ' ου και η ονομασία της διαδικασίας) στους 900 περίπου 0C, διοχετεύονταν αέρας με φυσερά και, ενώ ο άργυρος παρέμενε ανοξείδωτος, ο μόλυβδος μετατρέπονταν σε λιθάργυρο. Με συνεχή απομάκρυνσή του από την επιφάνεια του σκεύους, απέμενε ο άργυρος με την καθαρότητά του να φθάνει στο 98%. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Martha Goodway, αρχαιολόγου-μεταλλουργού και φυσικοχημικού (του Smithsonian) το 1992 σε συνέδριο στην Βοστώνη, το κονίαμα της κατασκευής των επιχρίσεων των δεξαμενών του Λαυρίου είναι αδιαπέραστο από την ραδιενέργεια. Συνέστησε μάλιστα την χρήση του υλικού αυτού ως μέσο επιχρίσεως των δεξαμενών αποθήκευσης πυρηνικών αποβλήτων!

γ) Η δεξαμενή και οι λουτήρες στο ιερό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα, με εμφανή τα ίχνη στεγανού επιχρίσματος από τσιμεντοκονίαμα. Χρονολογούνται στον 6ο π.Χ. αιώνα.

Λουτήρες στο ιερό της Αφαίας Αθηνάς
Δεξαμενή με τσιμεντένιο επίχρισμα.
Περαχώρα Κορινθίας

δ) Οι δεξαμενές με τσιμεντένιο επίχρισμα στην Περαχώρα Κορινθίας. Χρονολογούνται στον 5ο π.Χ. αιώνα.

ε) Οι πρόσφατες (1999) ανασκαφές στην Ιερόνησο της Κύπρου.

Το σημερινό σκυρόδεμα-μπετόν είναι ένα εύπλαστο μείγμα που αποτελείται από χάλικες, άμμο (αδρανή υλικά), νερό και τσιμέντο.

Το μείγμα αυτό αρχίζει να πήζει και να στερεοποιείται αποκτώντας της μηχανικές και στεγανοποιητικές ιδιότητες που το χαρακτηρίζουν.

Οι ιδιότητες αυτές οφείλονται στην χρήση του (τεχνητού) τσιμέντου ως συνδετικό υλικό, το οποίο σχηματίζει τις χημικές ενώσεις ένυδρη πυριτική άσβεστο ΚΑΙ ένυδρη αργιλική άσβεστο.

Το σημερινό τεχνητό τσιμέντο είναι υδραυλικό συνδετικό υλικό, που παράγεται με την ένωση ασβέστη, πυριτικού οξέος, πηλού και οξειδίου του σιδήρου σε ένα μείγμα διαφορετικών αναλογιών, το οποίο αφού ψηθεί (πολλές φορές με πρόσθετα υλικά) μέχρι του σημείου συμπήξεως, έπειτα αλέθεται στην γνωστή σκόνη του τσιμέντου.

Ο χρησιμοποιούμενος όρος cement προέρχεται από την "λατινική" λέξη caementum που σημαίνει πέτρινες φολίδες, όπως αυτές χρησιμοποιούνταν στο ρωμαϊκής προελεύσεως μπετόν.

Το αρχαίο σκυρόδεμα των παραπάνω αρχαίων κατασκευών περιέχει τα ίδια περίπου συστατικά με το σύγχρονο, με την διαφορά ότι ως συνδετικό υλικό χρησιμοποιήθηκε θηραϊκή (ηφαίστεια) γη αναμεμειγμένη με ασβέστη, δύο συστατικά από την πήξη των οποίων σχηματίζεται ένυδρη πυριτική άσβεστος. Η συμπεριφορά του κατά την πήξη μοιάζει με εκείνη του γνωστού βιομηχανικού τσιμέντου Portland.

Οι προσεκτικές εργαστηριακές εξετάσεις του Μηχανικού Ευστ. Ευσταθιάδη (1978) επί του αρχαίου σκυροδέματος της δεξαμενής της Καμείρου, έδειξαν :
1) Προσεκτική αναλογία και άριστη κοκκομετρική διαβάθμιση των αδρανών υλικών (τύπων άμμου).
2) Χρήση μέσων για διαχωρισμό, επιλογή και λήψη κόκκων κανονικού γεωμετρικού σχήματος.
3) Ακρίβεια στην αναλογία των υλικών.
4) Αξιοσημείωτη κατανομή του τσιμεντοκονιάματος στην όλη μάζα του μπετόν.
5) Ταυτόχρονος και αρμονικός συνδυασμός στεγανότητας, υψηλής μηχανικής αντοχής και συνεχούς μάζας χωρίς ρηγματώσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατακόρυφων επιφανειών (π.χ. πλευρικών τοιχωμάτων δεξαμενών).

Η εκατοστιαία σύσταση κατατάσσει το υλικό αυτό στην κατηγορία μπετόν τύπου Β 120 (Ευσταθιάδης 1978).

Η έρευνα στις Η.Π.Α. έδωσε εφαρμογές συνδυασμού αρχαίου μπετόν και σημερινού Portland. Κατασκευάστηκε φράγμα στην UTAH το 1987, πού αποτελείτο από 40% Portland και 60% κονία, υποπροϊόν καύσης άμορφης πυριτιούχας μάζας που είναι χημικά ίδια με την ηφαίστεια γη (υποπροϊόν εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος). Το ενυδατωμένο Portland απέδιδε την συνιστώσα τού ασβεστίου που περιεχόταν στον ασβέστη του αρχαίου μπετόν.

Υπάρχουν δύο πρότυπα ASTM για την πρόσμειξη τεχνητής ηφαιστειακής κονίας στο μπετόν (C-618 και C-311). Η συνήθης αναλογία είναι τουλάχιστον 25% αντικατάσταση τεχνητού τσιμέντου με fly-ash από την καύση γαιανθράκων σε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : Χρήστος Δ. Λάζος : "ΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ, άρθρο του Μιχάλη Ηρ. Μουτζουρίδη στο περιοδικό "ΙΧΩΡ" τ.2 (Οκτ. 2000), συνέντευξη του καθηγητού της Χυμείας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων κ. Ι. Τσαγκάρη από τον Παναγιώτη Λ. Κουβαλάκη και συνέντευξη του Μηχανικού και επίτιμου διευθυντού του τ. Υπουργείου Δημοσίων Έργων κ. Ευσταθίου Ευσταθιάδη στον Μάριο Μαμανέα για το περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" τ.226 (Οκτ.2000) και άρθρο των κ.κ. Σταύρου Πρωτόπαπα (Δρ. Χημικός, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας), Αριστείδης Κοντογεώργης (Επιστημονικός Συνεργάτης Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, ΤΕΙ Αθήνας) και Dr. Michael Edge (Department of Chemistry, Manchester Metropolitan University) στο περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. - Δεκ. 2000) σελ.71].

περίοδος 1 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος 2 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)

ancientgr.com