ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ
Χρονολογική περίοδος 9
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 700 έως
το 500 π.Χ. (περίπου)
| Αρχαιότεροι σιδερένιοι «οβελοί» – Ηραίον Άργους (αρχές 7ου π.Χ. αι.) |
[ΠΗΓΗ κειμένων : Περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" τ.226 (Οκτ. 2000) σελ. 14382 και άρθρο του Δημητρίου Ν. Γαρουφαλή στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ. 36 από όπου και η φωτογραφία]. |
Η Κάνωπος (κατά την μυθολογία) πήρε το όνομά της από τον Κάνωπο, τον πηδαλιούχο του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου, όταν επιστρέφοντας από την Τροία με την ωραία Ελένη, σταμάτησε στην περιοχή. Εκεί πεθαίνοντας από δάγκωμα φιδιού μεταμορφώθηκε σε θεό και, μαζί με την γυναίκα του Μίνωτι (ή Μένουθι) έδωσαν τα ονόματά τους στις δύο πόλεις. Εντυπωσιακή είναι η πολύ καλή κατάσταση στην οποία διατηρούνται οι αρχαιότητες και ειδικότερα τα ποικίλα αγάλματα, τα οποία αναπαριστούν κυρίως αιγυπτιακές θεότητες. Οι αρμόδιοι ερευνητές έχουν αποφασίσει να ανασύρουν, προς το παρόν, μόνο κάποια κινητά ευρήματα όπως : γλυπτά, αγγεία, κοσμήματα από χρυσό και άλλα πολύτιμα υλικά και νομίσματα. Με απόφαση του Αιγυπτιακού Ανωτάτου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων, οι περισσότερες αρχαιότητες θα παραμείνουν στην θέση που βρέθηκαν, ώστε να αποτελέσουν τα εκθέματα ενός φυσικού υποβρυχίου μουσείου, το οποίο το κοινό θα μπορεί να επισκέπτεται με ειδικά διαμορφωμένα πλοία. Το σχέδιο αυτό προϋποθέτει των καθαρισμό των θαλασσίων υδάτων από την υψηλών επιπέδων μόλυνση και εκτιμάται ότι θα είναι έτοιμο σε τρία χρόνια… [ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 100 και άρθρο της Μαργαρίτας Νικολακάκη - Κέντρου (Αρχαιολόγος - Mphil Αγυπτιολογίας) στο περιοδικό "CORPUS" τ.18, σελ. 13 (Ιουλ. 2000)]. |
|
Τα μυκηναϊκά ευρήματα που έρχονται στο φως σε τάφους της Κριμαίας, αλλά και κατά μήκος των ποταμών της περιοχής (Δούναβης, Δνείπερος, Δνείστερος, Δον, κ.α.) μαρτυρούν την ύπαρξη εμπορικών σχέσεων με εκείνους τις μακρινούς τόπους από την εποχή ακόμα που η Μαύρη Θάλασσα μας ήταν γνωστή ως Άξενος (αφιλόξενος) Πόντος.
Σε διάφορες περιοχές της
Ουκρανίας βρέθηκαν κομμάτια μεγάλων
χάλκινων κρατήρων (συνήθως ελικωτών με
διακόσμηση γοργόνας), παρόμοιων στην
εμφάνιση με εκείνόυς που βρέθηκαν στην
Ιλλυρία και στο Βιξ, καθώς και χάλκινα
κάτοπτρα, πιθανώς από κάποιο εργαστήριο
ελληνικής αποικίας (Παντικάπαιου, Ολβίας).
[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : Άρθρο του Δημήτριου Ν. Γαρουφαλή στο περιοδικό "CORPUS" τ.1 (Ιαν. 1999) σελ. 60 και άρθρο του Αλέξανδρου Γκούρωφ στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ. 16]. |
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Εύξεινος Πόντος ήταν ήδη γνωστός στους Έλληνες κατά το β’ τέταρτο του 7ου αιώνα π.Χ. ή και ακόμη νωρίτερα, εάν λάβουμε υπ’ όψιν τα ”απρόσμενα” μυκηναϊκά ευρήματα (περί του 1.300 – 1.000 π.Χ.) Λίγο μετά τα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ. ιδρύεται στο Μπερεζάν (επί χάρτου σημείον Α) ο πρώτος ελληνικός οικισμός στην βόρεια παραλία της Μαύρης Θάλασσας, ενώ ο δεύτερος εμφανίζεται λίγο αργότερα στο Ταγκαρόνγκ (επί χάρτου σημείον Β) πλησίον του ποταμού Δον (αρχ. Τάναϊς) στην Αζοφική Θάλασσα. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, η "θεωρία" που θέλει τους Έλληνες να εμφανίζονται στα βόρεια παράλια της Μαύρης Θάλασσας μετά το 630 π.Χ. και να εγκαθίστανται μετά το 600 π.Χ., τίθεται υπό συζήτηση. [ΠΗΓΗ κειμένου και εικόνας : Άρθρο του Δρος Ηλία Πετρόπουλου (Ιστορικός - Αρχαιολόγος) στο περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 61]. |
| Τα πρώτα
νομίσματα, τα οποια ήταν
κατασκευασμένα από ήλεκτρον (φυσικό
κράμα από 73% χρυσό και 27% άργυρο),
κυκλοφόρησαν στα μικτασιατικά παράλια
στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ., εποχή
έντονων οικονομικών σχέσεων ανάμεσα
στο βασίλειο της Λυδίας και τις
ελληνικές αποικίες της δυτικής Μικράς
Ασίας.
Στην 'Εφεσο, κάτω από τα θεμέλια του ναού της Αρτέμιδος βρέθηκαν τα παλαιότερα γνωστά νομίσματα, μερικά από τα οποία αναγνωρίστηκαν ως ελληνικά (της Εφέσου ή της Φώκαιας).
Η νομισματοκοπία, ως ένα από τα χαρακτηριστικότερα προϊόντα της Αρχαίας Ελλάδος, με ανεξαρτησία και απερίγραπτη ποικιλία μορφών και τύπων (περί των 30.000), με απαράμιλλη δεξιοτεχνία τόσο στην σύνθεση των παραστάσεων όσο και στην απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών του ανθρωπίνου σώματος και των ζώων που εικονίζονται, ορθά θεωρήθηκε από το σύνολο σχεδόν της επιστημονικής κοινότητας ως μια "ελληνική ανακάλυψη" (Gisela Richter : A Handbook of Greek Art). [ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : Άρθρο του Δημητρίου Ν. Γαρουφαλή στο περιοδικό "CORPUS" τ.13 (Φεβρ. 2000) σελ. 38]. |
Χαρακτηριστικοί είναι οι υπόγειοι και οι ημιυπόγειοι χώροι που διαθέτουν μυλόπετρες, εστίες και πλήθος χρηστικών αντικειμένων, οι οποίοι χρησίμευαν ως χώροι διαμονής ή ως εργαστηριακοί. Από τα κινητά ευρήματα το μεγαλύτερο μέρος αποτελεί η χρηστική κεραμική, κυρίως εισηγμένη. Στους μυκηναϊκούς αλλά και στους γεωμετρικούς χρόνους (10ος - 8ος αιώνας π.Χ.) χρονολογείται η αρχαιότερη κεραμική, η οποία προέρχεται από εργαστήρια της Αττικής, της Εύβοιας και, πιθανότατα, των Κυκλάδων. Αλλά και στους επόμενους αιώνες, στον 7ο και στον 6ο αιώνα π.Χ. (αρχαϊκοί χρόνοι), πλήθος αγγείων από την Αττική, την Κόρινθο, τη Λακωνία και τον ανατολικό ελλαδικό χώρο, δηλαδή από τα σημαντικότερα εμπορικά και κεραμικά κέντρα της εποχής, εισήχθησαν στην αρχαία Θέρμη. Μεταξύ των αγγείων σημαντικός είναι ο αριθμός των οξυπύθμενων αμφορέων, χωρητικότητας έως και 36 κιλών, προέλευσης από διάφορα εργαστήρια του ελληνικού κόσμου, -ηπειρωτικού, νησιωτικού, παράκτιου μικρασιατικού-, επιβεβαιώνοντας τις ιστορικές μαρτυρίες για την πολύπλευρη και πολυσήμαντη οικονομική και εμπορική δραστηριότητα του λιμανιού της αρχαίας Θέρμης. Μεγάλες ποσότητες κρασιού και λαδιού έφθαναν στην αρχαία Θέρμη κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους από την Κόρινθο, την Αθήνα, τη Χίο, τη Λέσβο, τη Σάμο, τις Κλαζομενές, τη Μίλητο, τη Μένδη και από αλλού. Ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός αγγείων από τα μικρασιατικά παράλια και από τα νησιά δείχνει την ιδιαίτερη δραστηριοποίηση στο λιμάνι της Θέρμης των εμπόρων του ανατολικού ελλαδικού χώρου και κυρίως των Ιώνων. Δεν λείπουν και οι επιγραφές που επιβεβαιώνουν την έντονη παρουσία των τελευταίων, ιδίως οι εγχάρακτες επάνω σε αγγεία. Οι επιγραφές είναι ως επί το πλείστον ελληνικές, χωρίς όμως να λείπουν και οι ξενόγλωσσες, όπως μία καρική με εμπορικό πιθανότατα περιεχόμενο, και συνθέτουν την εικόνα ενός πολύβουου λιμανιού με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα. [ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 101 και περιοδικό "CORPUS" τ.22, σελ. 8 (Δεκ. 2000) - επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος)]. |
Το αρχαίο σκυρόδεμα των παραπάνω αρχαίων κατασκευών περιέχει τα ίδια περίπου συστατικά με το σύγχρονο, με την διαφορά ότι ως συνδετικό υλικό χρησιμοποιήθηκε θηραϊκή (ηφαίστεια) γη αναμεμειγμένη με ασβέστη, δύο συστατικά από την πήξη των οποίων σχηματίζεται ένυδρη πυριτική άσβεστος. Η συμπεριφορά του κατά την πήξη μοιάζει με εκείνη του γνωστού βιομηχανικού τσιμέντου Portland.
Οι προσεκτικές
εργαστηριακές εξετάσεις του Μηχανικού Ευστ.
Ευσταθιάδη (1978) επί του αρχαίου
σκυροδέματος της δεξαμενής της Καμείρου,
έδειξαν : Η εκατοστιαία σύσταση κατατάσσει το υλικό αυτό στην κατηγορία μπετόν τύπου Β 120 (Ευσταθιάδης 1978). Η έρευνα στις Η.Π.Α. έδωσε εφαρμογές συνδυασμού αρχαίου μπετόν και σημερινού Portland. Κατασκευάστηκε φράγμα στην UTAH το 1987, πού αποτελείτο από 40% Portland και 60% κονία, υποπροϊόν καύσης άμορφης πυριτιούχας μάζας που είναι χημικά ίδια με την ηφαίστεια γη (υποπροϊόν εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος). Το ενυδατωμένο Portland απέδιδε την συνιστώσα τού ασβεστίου που περιεχόταν στον ασβέστη του αρχαίου μπετόν. Υπάρχουν δύο πρότυπα ASTM για την πρόσμειξη τεχνητής ηφαιστειακής κονίας στο μπετόν (C-618 και C-311). Η συνήθης αναλογία είναι τουλάχιστον 25% αντικατάσταση τεχνητού τσιμέντου με fly-ash από την καύση γαιανθράκων σε εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. [ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : Χρήστος Δ. Λάζος : "ΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ, άρθρο του Μιχάλη Ηρ. Μουτζουρίδη στο περιοδικό "ΙΧΩΡ" τ.2 (Οκτ. 2000), συνέντευξη του καθηγητού της Χυμείας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων κ. Ι. Τσαγκάρη από τον Παναγιώτη Λ. Κουβαλάκη και συνέντευξη του Μηχανικού και επίτιμου διευθυντού του τ. Υπουργείου Δημοσίων Έργων κ. Ευσταθίου Ευσταθιάδη στον Μάριο Μαμανέα για το περιοδικό "ΔΑΥΛΟΣ" τ.226 (Οκτ.2000) και άρθρο των κ.κ. Σταύρου Πρωτόπαπα (Δρ. Χημικός, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας), Αριστείδης Κοντογεώργης (Επιστημονικός Συνεργάτης Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, ΤΕΙ Αθήνας) και Dr. Michael Edge (Department of Chemistry, Manchester Metropolitan University) στο περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. - Δεκ. 2000) σελ.71]. |
περίοδος
1 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος
2 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το
50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το
8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει
ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)






