ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ
Χρονολογική περίοδος 10
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 500 (περίπου)
έως
το 350 π.Χ.
| Ελληνικές επιδράσεις στο βασίλειο του Σαβά – ανατολική Υεμένη – νότια Αραβία – (γύρω στο 500 π.Χ.) |
Η
ανασκαφή έγινε σ’ ένα κυκλικό
λοφίσκο με το όνομα Χατζάρ ατ-Ταμρά
(ο γήλοφος της χουρμαδιάς) όπου οι
αρχαιολόγοι ανακάλυψαν σπασμένα
κεραμικά και ένα τμήμα μιας
μεγάλης ξύλινης δοκού, ευρήματα
που με τη μέθοδο χρονολόγησης του
Άνθρακα 14 [14C] τοποθετήθηκαν
στον 13ο αιώνα π.Χ. Αν και όλα τα ευρήματα προς το παρόν αποτελούν απλούς υπαινιγμούς για κάτι περισσότερο, ο Δρ. Σόερ, πιστεύει ότι επιπρόσθετες ανασκαφές θα ενισχύσουν την άποψη εκείνων των φιλολόγων, που uποθέτουν ότι το βασίλειο του Σαβά ήταν ένα αξιόλογο εμπορικό έθνος την εποχή του βασιλιά Σολόμωντα. Ο ίδιος τονίζει ότι «...αν και αυτά τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά, εναρμονίζονται με πρόσφατες ανασκαφές στη νότια Αραβία, όπου μερικές πρώιμες ανακαλύψεις ανάγονται πολύ πίσω στο παρελθόν, έως τον 10ο αιώνα π.Χ.». Ελληνικές επιγραφές ανακαλύφθηκαν στην περιοχή. Η βελγίδα φιλόλογος Ζακλίν Πιρέν διατύπωσε την άποψη ότι οι περισσότερες επιγραφές από τα αρχαία βασίλεια της νότιας Αραβίας (όπως τα ιερογλυφικά της σαβαϊτικής γραφής) στηρίζονται πάνω στο ελληνικό αλφάβητο και ότι οι λαμπροί πολιτισμοί της περιοχής, έντονα επηρεασμένοι και διαμορφωμένοι από τους Έλληνες χρονολογούνται πιθανότατα όχι πριν από τον 5ο αιώνα π.Χ. Την ίδια αυτή άποψη είχε διατυπώσει η βελγίδα αρχαιολόγος και στην δεκαετία του '50 και είχε αποκτήσει αρκετούς οπαδούς, όμως οι αμερικανοί γλωσσολόγοι και αρχαιολόγοι την απέρριψαν. Το αλφάβητο —ισχυρίστηκαν— της νότιας Αραβίας δεν κατάγεται από το ελληνικό αλλά από το βόρειο σημιτικό αλφάβητο, όπως το φοινικικό απ’ το οποίο προέρχεται και το ελληνικό. Εδώ φυσικά διακρίνουμε μια καλυμμένη επίθεση κατά του ελληνισμού. Αυτό το λέμε γιατί η άποψη των αμερικανών αρχαιολόγων ενάντια στην θεωρία της Ζακλίν Πιρέν, κεντρική εστία έχει τους εκδότες του περιοδικού "Βιβλική Αρχαιολογία" και τους επιστήμονες που προωθούνται από αυτό. Και τούτο γιατί τόσο η ιστορία - που συνεχώς ανασκευάζεται - όσο και οι νεότερες ανακαλύψεις στην περιοχή της ερυθράς θάλασσας αποδείχνουν το αντίθετο. Ότι δηλαδή εκεί είχε αναπτυχθεί ένας καθαρά αποικιακός πολιτισμός με ελληνικό χαρακτήρα, με εμπορικό κυρίως στόχο, που άφησε έντονη τη σφραγίδα του, αφού τα δυτικά παράλια της Ινδίας και όλη η ακτή που περιβρέχει την αραβική χερσόνησο, ήταν «κοινός» τόπος για τους Έλληνες.
Ξεκαθαρίζοντας
το θέμα των αποικιακών προσμείξεων και
των αλληλεπιδράσεων στη γλώσσα,
διαπιστώνει κανείς ότι η προσπάθεια
των αμερικανών επιστημόνων να
αποδυναμώσουν τη θεωρία της Ζακλίν
Πιρέν αποβλέπει αλλού: στην εξαφάνιση ή
παραποίηση κάθε στοιχείου, που αφορά
την ελληνική παρουσία στην περιοχή.
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν όχι με ένα μεμονωμένο φαινόμενο αλλά μια διαδικασία που άρχισε, το λιγότερο πριν το 500 π.Χ. και έφτασε ως το 400 μ.Χ., όταν μαζί με το ελληνικό στοιχείο ενσωματώθηκε και η χριστιανική διδασκαλία, έτσι ώστε λίγο αργότερα η Αιθιοπία να γίνει το πρώτο και μεγαλύτερο χριστιανικό βασίλειο της Αφρικής. Άποψή μας είναι ότι το αρχαίο βασίλειο του Σαβά μπορεί να αποτελεί ένα ακόμα αίνιγμα για τους ιστορικούς —αφού οι ανασκαφές δεν έχουν ολοκληρωθεί— όμως, γύρω στο 300 π.Χ. Έλληνες ναυτικοί, ερευνητές, κατακτητές, άποικοι, έμποροι κλπ. έρχονται σ’ επαφή μαζί του, ιδρύουν στην περιοχή εμπορικά ή στρατιωτικά φυλάκια και είναι επόμενο και λογικό ότι επηρεάζουν έντονα τους βάρβαρους νομάδες-κατοίκους του. Στην περίοδο των Πτολεμαίων η Ερυθρά Θάλασσα γίνεται μια «εσωτερική ελληνική» Θάλασσα, όπως το Αιγαίο και ο αποικισμός της περιοχής γίνεται εντονότερος, ενώ παράλληλα αρχίζει να εδραιώνεται μια ελληνική παρουσία, τόσο δυτικά του Μπαμπ-ελ-Μαντέβ προς την αρχαία Αιθιοπία (Αξώμη), όσο και ανατολικά μέχρι το Κατάρ, όπου έφτασαν οι Σελευκίδες, αντίπαλοι των Πτολεμαίων. Οι ελληνικές επιγραφές, τα ελληνικά νομίσματα ή νομίσματα γηγενή με ελληνικούς χαρακτήρες, τα ονόματα των νησιών αυτό αποδείχνουν, και ας προσπαθούν να ρίξουν στη λήθη ή να διαστρεβλώσουν τα στοιχεία αυτά οι διάφοροι «ελληνολάτρεις» και «φιλέλληνες». [Πηγή κειμένου και φωτογραφιών : άρθρο τoυ Χρήστου Δ. Λάζου στο περιοδικό "ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ" σειρά Γ τ.5 (1987) σελ.74]. |
|
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε το χρυσό στεφάνι στην Νέα Απολλωνία Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 2000, οδήγησε σε ανασκαφή, την οποία το Υπουργείο Πολιτισμού χρηματοδότησε ως επείγουσα με 20 εκ. δρχ. Η ανασκαφή στην περιοχή, έφερε στο φως μια αρχαία πόλη που χρονολογείται γύρω στο 357 π.Χ., στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η έκτασή της υπολογίζεται να είναι λίγο μικρότερη από εκείνη της Πέλλας, που είναι κτισμένη κοντά στην αρχαία Εγνατία Οδό. Ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Απολλωνία, η οποία, όπως αναφέρουν ο Θουκυδίδης, ο Στράβων και ο Ψευδο-Καλλισθένης, κτίσθηκε από τον βασιλιά Περδίκκα τον B’ (454 – 413 π.Χ.) για να μεταφερθούν οι κάτοικοι των παραλίων της Χαλκιδικής και υπό την απειλή του αθηναϊκού στόλου (5ος αιώνας π.Χ.). Στη θέση αυτήν έχουν ακόμη εντοπισθεί και ανασκαφεί ένας μακεδονικός τάφος, με ευρήματα στο εσωτερικό του, τμήματα χρυσών στεφανιών, 16 ακόμη κεραμοσκεπείς τάφοι και ένα εργαστήριο κεραμικής. Βρέθηκε ακόμα κορμός γυναικείου αγάλματος, πιθανόν Νίκης, το οποίο χρονολογείται στην ίδια περίοδο, στα χρόνια του Φιλίππου του B’ και του Αλεξάνδρου. Από τον περιτειχισμό της πόλης βρέθηκαν τρεις πύργοι, τμήμα του τείχους και ένα εργαστήριο κεραμικής. Μεταξύ των πλούσιων κινητών ευρημάτων περιλαμβάνονται και τέσσερις χρυσοί στατήρες του Αλεξάνδρου (απεικονίζουν τη θεά Αθηνά και τη θεά Νίκη). [ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιουλ. - Σεπτ. 2000) σελ. 102, Ένθετο «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ» σελ. 6 του περιοδικού "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. – Δεκ. 2000) και CORPUS τ.21 (Νοεμ.2000) σελ. 6-7, - επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος)]. |
[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : Διαδικτυακή διεύθυνση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ολυμπίας (http://www.culture.gr/2/21/211/21107m/g211gm04.html)]. |
|
Μουσικούς φθόγγους κρύβει η μαρμάρινη επιγραφή που βρέθηκε τυχαία στα Βρασνά Θεσσαλονίκης από αγρότη της περιοχής και τοποθετείται μεταξύ του 5ου και του 3ου π.Χ. αιώνα. Στην ίδια περιοχή εντοπίστηκε αργότερα φρουριακό συγκρότημα του 3ου π.Χ. αιώνα. Η ΙΣΤ’ Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην οποία παραδόθηκε η επιγραφή, ανέθεσε την αποκρυπτογράφηση των γραμμάτων χαλκιδικού ή αττικού αλφαβήτου, που φέρει η μαρμάρινη πλάκα, στον μουσικολόγο καθηγητή του Α.Π.Θ. Δημήτριο Θέμελη, ο οποίος προχώρησε στη μεταγραφή των γραμμάτων σε μουσικούς φθόγγους με βάση τους πίνακες του θεωρητικού της αρχαίας ελληνικής μουσικής Αλύπιου (4ος μ.Χ. αιώνας). [ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 101]. |
[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : "Ιστορία Ελληνικού Έθνους" της Εκδοτικής Αθηνών Τόμος Γ2 σελ. 530 - 531]. |
|
Σωστική ανασκαφική έρευνα στο ανατολικό τμήμα της αρχαίας πόλεως της Ρόδου έφερε στο φως οικοδομικά λείψανα από εργαστηριακό συγκρότημα πιθανώς υαλοποιείου του 4ου αιώνα π.Χ., του πρωιμότερου έως σήμερα γνωστού στην Μεσόγειο. Στα εργαστηριακά κατάλοιπα συγκαταλέγονται συστήματα αγωγών απορροής, υπόγειες και υπέργειες χτιστές δεξαμενές που σχετίζονται με τον καθαρισμό, τον εμπλουτισμό και την επεξεργασία των πρώτων υλών υάλου. Αξιοσημείωτη ήταν η εύρεση μεγάλης ποσότητας χαλαζιακής άμμου και ασβέστου, ενώ από την ανεπιτυχή διαδικασία της τήξεως των πρώτων υλών βρέθηκαν υαλώματα και αργοί πρασινίζοντες βώλοι υάλου, χρονολογούμενου από τα κινητά ευρήματα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Φαίνεται ότι αποτελούσε τμήμα προγενέστερης χρονολογικής φάσεως του ελληνιστικού υαλουργείου του 3ου αι. π.Χ. που είχε ανασκαφεί παλαιότερα σε παρακείμενο οικόπεδο στην Ρόδο, στο οποίο κατασκευάζονταν μικροαντικείμενα, κυρίως ψήφοι και αγγεία πολυτελείας, όπως διάχρυσα και σκεύη τεχνικής ψηφιδωτού. [ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.74 (Ιαν. – Μαρτ. 2000) σελ. 104]. |
ΕΥΡΗΜΑΤΑ :
[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : “ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ” της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιουλ. - Σεπτ. 2000) σελ. 102, ένθετο «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ» σελ. 6 του περιοδικού "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. – Δεκ. 2000), περιοδικό CORPUS τ.9 (Οκτ. 1999) σελ. 6 – επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος), άρθρο της Ειρήνης Μ. Δημητριάδου (Αρχαιολόγος) σελ. 42] στο ίδιο τεύχος, περιοδικό CORPUS τ.21 (Νοέμ. 2000) σελ. 6-7 - επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος) και "ΟΔΥΣΣΕΥΣ" (http://www.culture.gr/2/21/toc/index_gr.html)]. |
περίοδος
1 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος
2 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το
50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το
8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει
ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει
ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)



















