ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/ancientgr.com/Ιστορία
ancientgr.com·2001

Χρονολογική περίοδος 10

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ

 Χρονολογική περίοδος 10
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 500 (περίπου) έως το 350 π.Χ.

 

Ελληνικές επιδράσεις στο βασίλειο του Σαβά – ανατολική Υεμένη – νότια Αραβία – (γύρω στο 500 π.Χ.)

      Έως πριν λίγο καιρό, τα παλιότερα ερείπια του βασιλείου του Σαβά ανάγονταν το πολύ έως τον 7ο αιώνα π.Χ.

      Ο Τζέιμς Σόερ, αρχαιολόγος του πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας, ο οποίος ηγήθηκε για πέντε χρόνια μιας αρχαιολογικής αποστολής στην περιοχή του Σαβά, αποκάλυψε ότι το βασίλειο του Σαβά είναι αρκετά αρχαιότερο απ’ όσο πιστευόταν μέχρι σήμερα από τους επιστήμονες.

      Τις απόψεις του, διατυπωμένες σε εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της αποστολής, τις στηρίζει κυρίως στις ανασκαφές που διεξήγαγε στην ερημική κοιλάδα Ουαντί αλ-Τζουμπά, 25 περίπου μίλια νότια από τα σημερινά ερείπια της Μαρίμπ, της πρωτεύουσας του βασιλείου του Σαβά, σε μια περιοχή που βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της σημερινής Υεμένης.

Ιερογλυφικά της σαβαϊτικής γραφής

      Η ανασκαφή έγινε σ’ ένα κυκλικό λοφίσκο με το όνομα Χατζάρ ατ-Ταμρά (ο γήλοφος της χουρμαδιάς) όπου οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν σπασμένα κεραμικά και ένα τμήμα μιας μεγάλης ξύλινης δοκού, ευρήματα που με τη μέθοδο χρονολόγησης του Άνθρακα 14 [14C] τοποθετήθηκαν στον 13ο αιώνα π.Χ.

      Σ’ έναν άλλο λοφίσκο, μεγαλύτερο από τον προηγούμενο, οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως κεραμικά, τμήμα από δέντρο μελίας, και ενδείξεις για την ύπαρξη ενός χυτηρίου χαλκού, που όλα ανάγονται στον 7ο π.Χ. αιώνα, ενώ πιστεύουν ότι έχουν ακόμα να διανύσουν αρκετούς αιώνες προς τα πίσω, σκάβοντας, μέχρις ότου φτάσουν στο τελευταίο στρώμα της ανασκαφής.

      Αν και όλα τα ευρήματα προς το παρόν αποτελούν απλούς υπαινιγμούς για κάτι περισσότερο, ο Δρ. Σόερ, πιστεύει ότι επιπρόσθετες ανασκαφές θα ενισχύσουν την άποψη εκείνων των φιλολόγων, που uποθέτουν ότι το βασίλειο του Σαβά ήταν ένα αξιόλογο εμπορικό έθνος την εποχή του βασιλιά Σολόμωντα. Ο ίδιος τονίζει ότι «...αν και αυτά τα ευρήματα είναι προκαταρκτικά, εναρμονίζονται με πρόσφατες ανασκαφές στη νότια Αραβία, όπου μερικές πρώιμες ανακαλύψεις ανάγονται πολύ πίσω στο παρελθόν, έως τον 10ο αιώνα π.Χ.».

      Ελληνικές επιγραφές ανακαλύφθηκαν στην περιοχή. Η βελγίδα φιλόλογος Ζακλίν Πιρέν διατύπωσε την άποψη ότι οι περισσότερες επιγραφές από τα αρχαία βασίλεια της νότιας Αραβίας (όπως τα ιερογλυφικά της σαβαϊτικής γραφής) στηρίζονται πάνω στο ελληνικό αλφάβητο και ότι οι λαμπροί πολιτισμοί της περιοχής, έντονα επηρεασμένοι και διαμορφωμένοι από τους Έλληνες χρονολογούνται πιθανότατα όχι πριν από τον 5ο αιώνα π.Χ.

      Την ίδια αυτή άποψη είχε διατυπώσει η βελγίδα αρχαιολόγος και στην δεκαετία του '50 και είχε αποκτήσει αρκετούς οπαδούς, όμως οι αμερικανοί γλωσσολόγοι και αρχαιολόγοι την απέρριψαν. Το αλφάβητο —ισχυρίστηκαν— της νότιας Αραβίας δεν κατάγεται από το ελληνικό αλλά από το βόρειο σημιτικό αλφάβητο, όπως το φοινικικό απ’ το οποίο προέρχεται και το ελληνικό. Εδώ φυσικά διακρίνουμε μια καλυμμένη επίθεση κατά του ελληνισμού.

      Αυτό το λέμε γιατί η άποψη των αμερικανών αρχαιολόγων ενάντια στην θεωρία της Ζακλίν Πιρέν, κεντρική εστία έχει τους εκδότες του περιοδικού "Βιβλική Αρχαιολογία" και τους επιστήμονες που προωθούνται από αυτό.

      Και τούτο γιατί τόσο η ιστορία - που συνεχώς ανασκευάζεται - όσο και οι νεότερες ανακαλύψεις στην περιοχή της ερυθράς θάλασσας αποδείχνουν το αντίθετο. Ότι δηλαδή εκεί είχε αναπτυχθεί ένας καθαρά αποικιακός πολιτισμός με ελληνικό χαρακτήρα, με εμπορικό κυρίως στόχο, που άφησε έντονη τη σφραγίδα του, αφού τα δυτικά παράλια της Ινδίας και όλη η ακτή που περιβρέχει την αραβική χερσόνησο, ήταν «κοινός» τόπος για τους Έλληνες.

      Ξεκαθαρίζοντας το θέμα των αποικιακών προσμείξεων και των αλληλεπιδράσεων στη γλώσσα, διαπιστώνει κανείς ότι η προσπάθεια των αμερικανών επιστημόνων να αποδυναμώσουν τη θεωρία της Ζακλίν Πιρέν αποβλέπει αλλού: στην εξαφάνιση ή παραποίηση κάθε στοιχείου, που αφορά την ελληνική παρουσία στην περιοχή.
 

Ανδριάντας ελληνιστικής εποχής
Υεμένη, παράλια Ερυθράς Θάλασσας

      Όμως τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν τους βοηθούν, γιατί αρχαιολογικές ανασκαφές διεξάγονται και από άλλους οι οποίοι «δεν έχουν προβλήματα» με τους αρχαίους Έλληνες ή με το ελληνικό πνεύμα. Το1984 ομάδα άγγλων και σκανδιναβών αρχαιολόγων που έκαναν έρευνες στην περιοχή, ανακάλυψαν ότι το νησί Φαϊλάκα στον κόλπο του Κουβέιτ και το νησί Χαργκ (η ονομασία που του έδωσαν οι αρχαίοι Έλληνες ήταν Ικαρία) ήταν κάποτε ελληνικές αποικίες. Οι επιστήμονες υποθέτουν ότι τα ελληνικά αυτά ονόματα δόθηκαν από τον Μέγα Αλέξανδρο, σύμφωνα με μια μαρτυρία του Αρριανού στην Αλεξάνδρου Ανάβαση, που έγραψε.

      Όμως είναι αυτές οι ίδιες οι μαρτυρίες της φιλολογίας που καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς για την μη επίδραση —και έντονη— των Ελλήνων στην Ερυθρά Θάλασσα. Έχουμε καταρχήν τον Περίπλου της Ερυθράς Θαλάσσης έργο ανωνύμου συγγραφέα, που πιθανολογείται ότι γράφτηκε γύρω στα 350 π.Χ. και στον οποίο παρέχονται πλήθος οδηγιών στο Ναυτίλο της εσωτερικής αυτής θάλασσας.

      Οι ειδικοί τονίζουν ότι ο Περίπλους της Ερυθράς Θαλάσσης καθώς και ένα άλλο σημαντικό έργο, "Ο Σταδιασμός της Μεγάλης Θαλάσσης", κι αυτό ανώνυμο, υπήρξαν τόσο τέλεια, σαν ναυτικά εγχειρίδια ώστε αποτέλεσαν τον πρόδρομο των περίφημων ναυτιλιακών οδηγών που εκδίδει σήμερα το Αγγλικό Ναυαρχείο.

      Φημισμένη είναι η αποστολή στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας του Εύδοξου του Κυζικηνού, γύρω στα 140 π.Χ. Όμως οι σημαντικότερες απόπειρες αποικισμού της περιοχής πραγματοποιήθηκαν κατά την διάρκεια βασιλείας των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο.
 

      Έχουμε να κάνουμε λοιπόν όχι με ένα μεμονωμένο φαινόμενο αλλά μια διαδικασία που άρχισε, το λιγότερο πριν το 500 π.Χ. και έφτασε ως το 400 μ.Χ., όταν μαζί με το ελληνικό στοιχείο ενσωματώθηκε και η χριστιανική διδασκαλία, έτσι ώστε λίγο αργότερα η Αιθιοπία να γίνει το πρώτο και μεγαλύτερο χριστιανικό βασίλειο της Αφρικής.

      Άποψή μας είναι ότι το αρχαίο βασίλειο του Σαβά μπορεί να αποτελεί ένα ακόμα αίνιγμα για τους ιστορικούς —αφού οι ανασκαφές δεν έχουν ολοκληρωθεί— όμως, γύρω στο 300 π.Χ. Έλληνες ναυτικοί, ερευνητές, κατακτητές, άποικοι, έμποροι κλπ. έρχονται σ’ επαφή μαζί του, ιδρύουν στην περιοχή εμπορικά ή στρατιωτικά φυλάκια και είναι επόμενο και λογικό ότι επηρεάζουν έντονα τους βάρβαρους νομάδες-κατοίκους του.

      Στην περίοδο των Πτολεμαίων η Ερυθρά Θάλασσα γίνεται μια «εσωτερική ελληνική» Θάλασσα, όπως το Αιγαίο και ο αποικισμός της περιοχής γίνεται εντονότερος, ενώ παράλληλα αρχίζει να εδραιώνεται μια ελληνική παρουσία, τόσο δυτικά του Μπαμπ-ελ-Μαντέβ προς την αρχαία Αιθιοπία (Αξώμη), όσο και ανατολικά μέχρι το Κατάρ, όπου έφτασαν οι Σελευκίδες, αντίπαλοι των Πτολεμαίων.

      Οι ελληνικές επιγραφές, τα ελληνικά νομίσματα ή νομίσματα γηγενή με ελληνικούς χαρακτήρες, τα ονόματα των νησιών αυτό αποδείχνουν, και ας προσπαθούν να ρίξουν στη λήθη ή να διαστρεβλώσουν τα στοιχεία αυτά οι διάφοροι «ελληνολάτρεις» και «φιλέλληνες». 

[Πηγή κειμένου και φωτογραφιών : άρθρο τoυ Χρήστου Δ. Λάζου στο περιοδικό "ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ" σειρά Γ τ.5 (1987) σελ.74].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Ανασκαφή αρχαίας πόλης – Νέα Απολλωνία Μακεδονίας (μέσα 5ου π.Χ. αι.)

      Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε το χρυσό στεφάνι στην Νέα Απολλωνία Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 2000, οδήγησε σε ανασκαφή, την οποία το Υπουργείο Πολιτισμού χρηματοδότησε ως επείγουσα με 20 εκ. δρχ.

      Η ανασκαφή στην περιοχή, έφερε στο φως μια αρχαία πόλη που χρονολογείται γύρω στο 357 π.Χ., στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η έκτασή της υπολογίζεται να είναι λίγο μικρότερη από εκείνη της Πέλλας, που είναι κτισμένη κοντά στην αρχαία Εγνατία Οδό.

      Ταυτίζεται με την αρχαία πόλη Απολλωνία, η οποία, όπως αναφέρουν ο Θουκυδίδης, ο Στράβων και ο Ψευδο-Καλλισθένης, κτίσθηκε από τον βασιλιά Περδίκκα τον B’ (454 – 413 π.Χ.) για να μεταφερθούν οι κάτοικοι των παραλίων της Χαλκιδικής και υπό την απειλή του αθηναϊκού στόλου (5ος αιώνας π.Χ.).

      Στη θέση αυτήν έχουν ακόμη εντοπισθεί και ανασκαφεί ένας μακεδονικός τάφος, με ευρήματα στο εσωτερικό του, τμήματα χρυσών στεφανιών, 16 ακόμη κεραμοσκεπείς τάφοι και ένα εργαστήριο κεραμικής. Βρέθηκε ακόμα κορμός γυναικείου αγάλματος, πιθανόν Νίκης, το οποίο χρονολογείται στην ίδια περίοδο, στα χρόνια του Φιλίππου του B’ και του Αλεξάνδρου.

      Από τον περιτειχισμό της πόλης βρέθηκαν τρεις πύργοι, τμήμα του τείχους και ένα εργαστήριο κεραμικής. Μεταξύ των πλούσιων κινητών ευρημάτων περιλαμβάνονται και τέσσερις χρυσοί στατήρες του Αλεξάνδρου (απεικονίζουν τη θεά Αθηνά και τη θεά Νίκη).

[ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιουλ. - Σεπτ. 2000) σελ. 102, Ένθετο «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ» σελ. 6 του περιοδικού "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. – Δεκ. 2000) και CORPUS τ.21 (Νοεμ.2000) σελ. 6-7, - επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος)].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Χάλκινος πολιορκητικός "Κριός" - Ολυμπία (5ος π.Χ. αι.)

      Είναι η μοναδική στο είδος της πολιορκητική μηχανή που σώζεται από την αρχαιότητα.

      Σε κάθε πλευρά του "κριού" παριστάνονται συμβολικά κεφάλια κριών, από τα οποία απέκτησε και το όνομά του.

      Χρονολογείται στον 5ο αιώνα π.Χ.

Αρ. Μουσείου Β 236Ο. Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας*.

*Το μουσείο φιλοξενεί στις συλλογές του τα ευρήματα από το περίφημο Ιερό του Ολυμπίου Διός, στην Ολυμπία, όπου γεννήθηκαν και τελούνταν στην αρχαιότητα οι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Η ανέγερση του νέου Μουσείου Ολυμπίας ολοκληρώθηκε το 1975 και τα εγκαίνιά του έγιναν το 1982 με πλήρη επανέκθεση των θησαυρών του.
Αρχιτέκτονας του Μουσείου ήταν ο Πάτροκλος Καραντινός.
Στις συλλογές περιλαμβάνονται :
Συλλογή πήλινων (προϊστορικών, αρχαϊκών, κλασικών χρόνων).
Συλλογή χάλκινων.
Συλλογή γλυπτών (αρχαϊκών έως ρωμαϊκών χρόνων).
Συλλογή Ολυμπιακών Αγώνων.

[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : Διαδικτυακή διεύθυνση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ολυμπίας (http://www.culture.gr/2/21/211/21107m/g211gm04.html)].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Μουσικό κείμενο της Κλασικής Εποχής - Βρασνά Θεσσαλονίκης (5ος - 3ος π.Χ. αι.)

      Μουσικούς φθόγγους κρύβει η μαρμάρινη επιγραφή που βρέθηκε τυχαία στα Βρασνά Θεσσαλονίκης από αγρότη της περιοχής και τοποθετείται μεταξύ του 5ου και του 3ου π.Χ. αιώνα.

      Στην ίδια περιοχή εντοπίστηκε αργότερα φρουριακό συγκρότημα του 3ου π.Χ. αιώνα.

      Η ΙΣΤ’ Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην οποία παραδόθηκε η επιγραφή, ανέθεσε την αποκρυπτογράφηση των γραμμάτων χαλκιδικού ή αττικού αλφαβήτου, που φέρει η μαρμάρινη πλάκα, στον μουσικολόγο καθηγητή του Α.Π.Θ. Δημήτριο Θέμελη, ο οποίος προχώρησε στη μεταγραφή των γραμμάτων σε μουσικούς φθόγγους με βάση τους πίνακες του θεωρητικού της αρχαίας ελληνικής μουσικής Αλύπιου (4ος μ.Χ. αιώνας).

[ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιούλ. – Σεπτ. 2000) σελ. 101].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Παλαιότερος ελληνικός νομισματικός χάρτης – Ιωνία (4ος π.Χ. αι.)
      Ο παλαιότερος ελληνικός χάρτης σώθηκε πάνω σε νόμισμα του 4ου π.Χ. αί. που κόπηκε στην Ιωνία, περιοχή με μακρά παράδοση στη γεωγραφία και στη χαρτογραφία (Εκαταίος, Αναξίμανδρος).

      Ο χάρτης αποδίδει γεωφυσικά την ενδοχώρα της Εφέσου (Λονδίνο, Βρεταννικό Μουσείο).

      Μια σύγκριση του χάρτη του νομίσματος με τον σύγχρονο γεωφυσικό χάρτη (δεξιά) της ίδιας περιοχής κάνει δυνατή την ταύτιση της κοιλάδος του Καΰστρου (1), των οροσειρών του Τμώλου (2) και της Μεσωγίδος (3) και των δύο παραποτάμων του Μαιάνδρου (4), Αρπάσου (5) και Μορσύνου (6).

[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : "Ιστορία Ελληνικού Έθνους" της Εκδοτικής Αθηνών Τόμος Γ2 σελ. 530 - 531].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Το αρχαιότερο υαλουργείο της Μεσογείου – Ρόδος (4ος αι. π.Χ.)

      Σωστική ανασκαφική έρευνα στο ανατολικό τμήμα της αρχαίας πόλεως της Ρόδου έφερε στο φως οικοδομικά λείψανα από εργαστηριακό συγκρότημα πιθανώς υαλοποιείου του 4ου αιώνα π.Χ., του πρωιμότερου έως σήμερα γνωστού στην Μεσόγειο.

      Στα εργαστηριακά κατάλοιπα συγκαταλέγονται συστήματα αγωγών απορροής, υπόγειες και υπέργειες χτιστές δεξαμενές που σχετίζονται με τον καθαρισμό, τον εμπλουτισμό και την επεξεργασία των πρώτων υλών υάλου.

      Αξιοσημείωτη ήταν η εύρεση μεγάλης ποσότητας χαλαζιακής άμμου και ασβέστου, ενώ από την ανεπιτυχή διαδικασία της τήξεως των πρώτων υλών βρέθηκαν υαλώματα και αργοί πρασινίζοντες βώλοι υάλου, χρονολογούμενου από τα κινητά ευρήματα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ.

      Φαίνεται ότι αποτελούσε τμήμα προγενέστερης χρονολογικής φάσεως του ελληνιστικού υαλουργείου του 3ου αι. π.Χ. που είχε ανασκαφεί παλαιότερα σε παρακείμενο οικόπεδο στην Ρόδο, στο οποίο κατασκευάζονταν μικροαντικείμενα, κυρίως ψήφοι και αγγεία πολυτελείας, όπως διάχρυσα και σκεύη τεχνικής ψηφιδωτού.

[ΠΗΓΗ κειμένου : Περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.74 (Ιαν. – Μαρτ. 2000) σελ. 104].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Χρυσά στεφάνια - Μακεδονία (μέσα 4ου π.Χ. αι.)

      Το στεφάνι στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν «στέμμα», «στέφανος», «στεφανίσκος» ή «στεφάνιον».

      Από φύλλα και καρπούς τα οποία έχουν βρεθεί σε τάφους καταλαβαίνουμε πως απαντάται από την αρχαϊκή έως και τη ρωμαϊκή περίοδο. Η πλειονότητα αυτών που σώζονται έως σήμερα προέρχεται από τη Μακεδονία, την Κάτω Ιταλία, τη Μ. Ασία και την περιοχή του Ευξείνου Πόντου, και έχουν βρεθεί σε νεκροταφεία ελληνιστικής κυρίως περιόδου.

      Η μυρτιά φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με γυναικείες ταφές, ενώ η δρυς με τις ανδρικές. Αυτά τα δύο φυτά, μαζί με την ελιά εμφανίζονται συχνότερα. Η χρήση τους όμως δεν περιορίζεται όμως σε ταφές.

      Από τις επιγραφές πληροφορούμαστε την αφιέρωση στεφάνων σε ιερά ως αναθήματα στους θεούς, με σκοπό τον στολισμό των λατρευτικών αγαλμάτων τους, ενώ αναφορές γίνονται και στο βάρος και την αντίστοιχη αξία αυτών, όπως στην περίπτωση του Απόλλωνος στη Δήλο και της Αθηνάς Παρθένου στην Αθήνα.

      Έτσι από τις επιγραφές του Παρθενώνα πληροφορούμαστε για τα αφιερωμένα στεφάνια στη θεά, των οποίων η αξία ξεκινούσε από 26 και κατέληγε στις 308 δραχμές.

      Από την αρχαία γραμματεία μαθαίνουμε ακόμα πως το στεφάνι διατηρεί αποτροπαϊκές ιδιότητες και γι’ αυτό χρησιμοποιείτο ιδιαιτέρως και σε θρησκευτικές ιεροτελεστίες, θυσίες, εορτές, γάμους.

      Αποτελούσε ακόμα τιμητική αμοιβή σε αθλητικούς αγώνες και στη δημόσια ζωή και ήταν κόσμημα το οποίο φορούσαν οι άνδρες κατά τη διάρκεια των συμποσίων.

      Τόσο τα στεφάνια όσο και τα διαδήματα δεν είναι από τα πλέον συχνά ευρήματα των αρχαιολογικών ανασκαφών.

Μαρμάρινη αναθηματική στήλη νικητή των
Ισθμίων. Τέλη 2ου μ.Χ. αιώνα ή αργότερα.
Αρχαιολογικό Μουσείο Ισθμίας
 

ΕΥΡΗΜΑΤΑ :

      Χρυσό στεφάνι από την εποχή του Φιλίππου B’ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου βρέθηκε από τον αγρότη Ανδρέα Καϊτατζή στο κτήμα του στη Νέα Απολλωνία Θεσσαλονίκης τον Αύγουστο του 2000. Η όλη υπόθεση περιπλέχθηκε, καθώς ο ευρών άργησε αρκετές ημέρες να παραδώσει το στεφάνι στην αρμόδια τοπική αρχαιολογική εφορεία, από φόβο, όπως είπε, να μη θεωρηθεί αρχαιοκάπηλος. Τελικά ήταν προϊόν αρχαιοκαπηλίας· από τη δικογραφία προέκυψε ότι εκτός από τον Καϊτατζή εμπλέκονταν και άλλα άτομα στην υπόθεση του χρυσού στεφανιού.
Έχει διάμετρο 18,5 εκ., είναι διακοσμημένο με φύλλα και καρπούς κισσού (εικόνα Α) και χρονολογείται στο 330-325 π.Χ. Πρόκειται για το τρίτο στεφάνι αυτού του τύπου που έχει βρεθεί.


 

      Το πρώτο είχε εντοπιστεί στον τρίτο τάφο της Σεβαστής Πιερίας, χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αι. και βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Δίου (εικόνα Β). Παρουσιάζεται στην έκθεση "Ο Χρυσός των Μακεδόνων" του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης.
Το δεύτερο βρίσκεται στην κατοχή άγνωστου συλλέκτη (...)
Τα τρία στεφάνια φαίνεται να έχουν φιλοτεχνηθεί από τον ίδιο καλλιτέχνη, ενώ ο διάκοσμός τους παραπέμπει στη διονυσιακή λατρεία.


      Υπάρχει ακόμα το χρυσό στεφάνι μυρτιάς από τον τάφο Δ’ του Δερβενίου (β’ μισό του 4ου π.Χ. αι.) (εικόνα Γ).

      Από τον κυρίως θάλαμο του μεγάλου τάφου της Βεργίνας (Βασιλικός Τάφος ΙΙ) προέρχεται χρυσό στεφάνι με φύλλα και καρπούς βαλανιδιάς. Βρέθηκε μέσα στην χρυσή λάρνακα  πάνω από τα οστά του νεκρού (β’ μισό του 4ου π.Χ. αι.).
Είναι το πιο βαρύτιμο στεφάνι που σώθηκε από την ελληνική αρχαιότητα. Αποτελείται από 313 φύλλα και 68 βελανίδια, μερικά από τα οποία  λείπουν, και ζυγίζει 714 γραμμάρια, ενώ οι Δηλιακοί κατάλογοι εκθειάζουν στεφάνι αφιερωμένο από κάποιον Πτολεμαίο που ζύγιζε 810 γραμμάρια (εικόνα Δ).


      Επίσης υπάρχει το χρυσό στεφάνι με φύλλα ελιάς από τάφο του Δερβενίου και χρονολογείται στον 4ο π.Χ. αι. (εικόνα Ε).

      Χρυσό στεφάνι ελληνιστικής εποχής που αποτελείτο από 133 φύλλα, προερχόμενο από τον τάφο λαμπρού αθλητή, στο ελληνιστικό νεκροταφείο της Αγίας Ελεούσας στην Εύβοια, κλάπηκε από το μικρό μουσείο της Χαλκίδας όπου φυλασσόταν, το βράδυ της Πέμπτης 25 Ιουνίου 1999. Τελικά βρέθηκε και επιστράφηκε (εικόνα ΣΤ).

      Υπάρχει ακόμη ένα χρυσό στεφάνι από φύλλα ελιάς και άνθη που χρονολογείται στο β’ μισό του 4ου π.Χ. αι. Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης (εικόνα Ζ).

      Από τον προθάλαμο του Βασιλικού Τάφου ΙΙ της Βεργίνας προέρχεται  επίσης το χρυσό στεφάνι από φύλλα και άνθη μυρτιάς (β’ μισό του 4ου π.Χ. αι.)(εικόνα Η).


      Χρυσό στεφάνι με φύλλα ελιάς από τον μακεδονικό τάφο 1 της Αμφίπολης εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας. Χρονολογείται στον 3ο αιώνα π.Χ. (εικόνα Θ).

      Στα σημαντικότερα δε ευρήματα του Αρχαιολογικού Μουσείου Αμφιπόλεως περιλαμβάνονται : ένα χρυσό στεφάνι ελιάς (και η ασημένια οστεοθήκη μέσα στην οποία βρέθηκε) (εικόνα Ι) ...

... και ένα χρυσό στεφάνι βαλανιδιάς από ανδρική ταφή της περιοχής που χρονολογείται στον 4ο π.Χ. αι. (εικόνα ΙΑ).

      Στο Μουσείο Αγίου Νικολάου φυλάσσεται κρανίο νεαρού αθλητή με χρυσό στεφάνι, από το ρωμαϊκό (1ος αιώνας μ.Χ.) νεκροταφείο της πόλης Λατώ προς Καμάρα (σημ. Άγ. Νικόλαος). Το στεφάνι, στερεωμένο στο κρανίο, αποτελείται από σχηματοποιημένα φύλλα ελιάς. Στο στόμα του νεκρού είχε τοποθετηθεί ως "Δανάκη" (οβολός για το Πορθμείο του Χάρωνος) αργυρό νόμισμα της πόλης Πολυρρήνιας (ένα τετράδραχμο της εποχής του Αυτοκράτορα Τιβερίου) (εικόνα ΙΒ).

      Στα ευρήματα του Βασιλικού Τάφου ΙΙΙ της Βεργίνας περιλαμβάνεται ασημένια τεφροδόχος με τα οστά του νεαρού νεκρού και χρυσό στεφάνι.
Ο τάφος ανήκει πιθανότατα στον Αλέξανδρο Δ΄, τον γιό του Αλέξανδρου του Γ' (του Μεγίστου) και της Ρωξάνης, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον Κάσσανδρο το 310 π.Χ. (εικόνα ΙΓ).

      Χρυσός στέφανος από το ελληνιστικό νεκροταφείο του Αγ. Στεφάνου Χαλκίδος.

Αρχαιολογικό Mουσείο Χαλκίδας (εικόνα ΙΔ).

      Τέλος, στα ευρήματα κλασικών και ελληνιστικών χρόνων του Αρχαιολογικού Μουσείου Αστυπάλαιας, φιλοξενείται τμήμα χρυσού στεφανιού με φύλλα και καρπούς.

[ΠΗΓΗ κειμένων και φωτογραφιών : “ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ” της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.76 (Ιουλ. - Σεπτ. 2000) σελ. 102, ένθετο «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΑ» σελ. 6 του περιοδικού "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. – Δεκ. 2000), περιοδικό CORPUS τ.9 (Οκτ. 1999) σελ. 6 – επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος), άρθρο της Ειρήνης Μ. Δημητριάδου (Αρχαιολόγος) σελ. 42] στο ίδιο τεύχος, περιοδικό CORPUS τ.21 (Νοέμ. 2000) σελ. 6-7 - επιμέλεια στήλης Αντώνης Λεβέντης (Αρχαιολόγος) και "ΟΔΥΣΣΕΥΣ" (http://www.culture.gr/2/21/toc/index_gr.html)].

περίοδος 1 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος 2 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)

ancientgr.com