ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/ancientgr.com/Ιστορία
ancientgr.com·2001

Χρονολογική περίοδος 11

ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΕΙΡΑ

Χρονολογική περίοδος 11
Ευρήματα που χρονολογούνται από το 380 (περίπου) έως το 100 π.Χ.

 

Ελικοειδή πλυντήρια μεταλλευμάτων – Λαύριο (380 π.Χ.)

Για πολλές ανακαλύψεις των αρχαίων δεν έχουμε σαφή χρονολόγηση και είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε υποθέσεις. Αυτό συμβαίνει και με τα ελικοειδή πλυντήρια στο Λαύριο, που τα τοποθετούμε χρονικά περίπου στα 380 π.Χ.

 

Η παρουσία των πλυντηρίων αυτών χαρακτηρίστηκε από τον Κωνσταντίνο Κονοφάγο ως «μια απωλεσθείσα ελληνική εφεύρεσις» και είχε απόλυτα δίκιο αφού η ανακάλυψή τους έγινε πολύ πρόσφατα από τον ίδιο (1965).

Σ’ αντίθεση με τα γνωστά επίπεδα πλυντήρια που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκαν στις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις του Λαυρίου, τα ελικοειδή αποτελούν μια επαναστατική αλλαγή στη μέθοδο επεξεργασίας καθαρισμού του μετάλλου που συντόμευε τη σχετική διαδικασία κατά πολύ και με λιγότερο προσωπικό.

Αναπαράσταση λειτουργίας ελικοειδούς πλυντηρίου.

 

Ιδιαίτερο τεχνικό χαρακτηριστικό αυτών των πλυντηρίων είναι η επιστροφή του νερού στο σημείο από όπου ξεκινούσε, με μικρή υψομετρική διαφορά, η σύμπτυξη του χώρου της όλης διαδικασίας, η αμεσότητα εμπλουτισμού του μεταλλεύματος και κυρίως η κατασκευή και οι διαστάσεις των μαρμάρινων κοιλοτήτων των πλυντηρίων που χρησίμευαν στον εμπλουτισμό του μεταλλεύματος.

Η εφεύρεση αυτή ξεχάστηκε σύντομα, αφού γύρω στο 300 π.Χ. τα μεταλλεία Λαυρίου εγκαταλείφθηκαν.

Η ανακάλυψή τους εντοπίστηκε στις περιοχές Μεγάλα Πεύκα, Δημολιάκι και Μπερτσέκο και έγινε, όπως είπαμε, από τον καθηγητή Κωνσταντίνο Κονοφάγο, που έκανε και σχετική ανακοίνωση στην Ακαδημία Aθηνών. Μάλιστα, ο καθηγητής κατασκεύασε με τον ίδιο τρόπο ένα σύγχρονο ελικοειδές πλυντήριο, το οποίο λειτούργησε πολύ ικανοποιητικά.

Λεπτομέρεια από το ρείθρο του ελικοειδούς πλυντηρίου στο Δημολιάκι

 

Δυστυχώς τα μοναδικά αυτά λείψανα μιας προηγμένης τεχνολογίας στον εμπλουτισμό των μετάλλων βρίσκονται σήμερα αφύλακτα, με πολλές φθορές και εγκαταλειμμένα σε περιοχές δυσπρόσιτες.

Πρέπει να προστατευτούν και να διασωθούν, γιατί είναι μοναδικά σ’ όλο τον κόσμο. (Κ. Κονοφάγου / Η. Mussche, Τα ελικοειδή πλυντήρια των Αρχαίων Ελλήνων στο Λαύριον. Μία απωλεσθείσα αρχαία Ελληνική εφεύρεσις, Πραγματείαι Ακαδημίας Αθηνών, τόμ.29, αρίθ. 1-2, 197Ο.)

[Πηγή κειμένου και εικόνων : Χρήστος Δ. Λάζος : "ΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ και άρθρο των κ.κ. Σταύρου Πρωτόπαπα (Δρ. Χημικός, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Επιστημονικός Συνεργάτης ΤΕΙ Αθήνας), Αριστείδης Κοντογεώργης (Επιστημονικός Συνεργάτης Τμήματος Συντήρησης Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, ΤΕΙ Αθήνας) και Dr. Michael Edge (Department of Chemistry, Manchester Metropolitan University) στο περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. - Δεκ. 2000) σελ.71].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Το πρώτο ηλιακό ρολόι - Απολλώνιος ο Περγαίος - (220 π.Χ.)

Μεγάλη προσπάθεια καταβλήθηκε από τους αρχαίους ‘Ελληνες για τη σωστή μέτρηση του χρόνου.

Αναπτύχθηκαν και εξελίχθηκαν δυο κατηγορίες οργάνων/μηχανισμών: τα υδραυλικά ρολόγια που είχαν κοινό πρόγονό τους την κλεψύδρα («κλέπτειν ύδωρ») και τα ηλιακά ρολόγια, που πρόγονό τους είχαν τον γνώμονα και τα σκιοθηρικά όργανα.

Τον γνώμονα πρωτοκατασκεύασε ο Αναξίμανδρος, ενώ του πρώτου ηλιακού ρολογιού εφευρέτης και κατασκευαστής ήταν ο Απολλώνιος ο Περγαίος (από την Πέργη της Παμφυλίας), ο τρίτος σε αξία μαθηματικός της εποχής μετά τον Αρχιμήδη και τον Ευκλείδη.

Ο μεγάλος αυτός μαθηματικός, που δίκαια τον αποκαλούσαν «Μέγα Γεωμέτρη», είχε διδάξει στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας, στην αίθουσα 5, και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν «Απολλώνιος ο Ε’». Έγραψε πολλά έργα, απ’ τα οποία τα περισσότερα χάθηκαν. Το έργο που τον έκανε διάσημο ήταν τα Κωνικά σε 8 βιβλία.

Εκτός από τα ηλιακά ρολόγια ασχολήθηκε και με την κατασκευή υδραύλων, δηλαδή υδραυλικών μουσικών οργάνων που λειτουργούσαν με νερό. Διασώθηκαν 4 έργα του και χάθηκαν 17 (!)

Τα ηλιακά ρολόγια είναι η πιο διαδεδομένη ομάδα μηχανισμών και οργάνων της ελληνιστικής περιόδου, αρχιτεκτονικά ευρήματα μοναδικά στο είδος τους παρά τη στατική μορφή τους.

Διάφοροι τύποι ελληνικών ηλιακών ρολογιών :
(α) σφαιρικό, από το μουσείο ης Δήλου,
(β) επίπεδο, από την Νάπολη της Ιταλίας,
(γ) σφαιρικό, από το Στράσμπουργκ της Γαλλίας
(δ) υδρόγειος (από τα σπανιότερα του είδους), 
από το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και 
(ε) το ηλιακό ρολόι του Απολλώνιου

Αποτελούνταν από ένα γνώμονα που έριχνε τη σκιά του πάνω σ’ ένα σύστημα εγχάρακτων ενδείξεων που οι αρχαίοι αποκαλούσαν «ανάλημμα».
Το ανάλημμα περιλάμβανε δυο καμπύλες : η πλησιέστερη προς το γνώμονα αντιπροσώπευε την άκρη της σκιάς την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου και είχε μικρότερο μήκος. 
Η δεύτερη και πιο μακριά καμπύλη αντιπροσώπευε την πορεία της σκιάς την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου.
Μια ευθεία γραμμή ανάμεσα στις δύο καμπύλες αντιπροσώπευε την διαδρομή της σκιάς στις ημέρες της ισημερίας και όριζε την κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα δυτικά.

Οι δυο καμπύλες συνδέονταν με γραμμές που σχημάτιζαν έντεκα ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία επέτρεπαν την ανάγνωση της ώρας.
Το κεντρικό τμήμα, στο οποίο έπεφτε η σκιά το μεσημέρι, προσδιόριζε τη διεύθυνση Βορρά-Νότου.

Τα ηλιακά ρολόγια ήσαν τοπικής χρήσεως σ’ αντίθεση με τα μεταφερόμενα ηλιακά ρολόγια, που αποτέλεσαν εξέλιξή τους και χρησίμευσαν επί πλέον είτε ως αστρονομικά όργανα είτε ως ναυτικά.

Πηγή κειμένου και εικόνας :
Χρήστος Δ. Λάζος : "ΜΗΧΑΝΙΚΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ.

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Η ελληνική επιρροή στην βουδιστική τέχνη - περ. Γκαντάρα - ΒΔ. Πακιστάν - Α. Αφγανιστάν (1ος π.Χ. αι.)

Η περιοχή Γκαντάρα, που στα Σανσκριτικά σημαίνει ευωδιασμένη γη, βρίσκεται στο βορειοδυτικό Πακιστάν και το νότιο Αφγανιστάν.

Εκεί γεννήθηκε η περίφημη ομώνυμη σχολή της ελληνο-βουδιστικής τέχνης. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τα μέχρι τώρα ανασκαφικά ευρήματα, περισσότερα από τα οποία είναι γλυπτά. Σ' αυτά περιλαμβάνονται δείγματα ελληνο-βουδιστικής αλλά και καθαρά ελληνικής τεχνοτροπίας.

Τα δύο φημισμένα αγάλματα του Σκελετωμένου Βούδα που βρίσκονται στα Μουσεία των πόλεων Λαχώρης και Πεσάουαρ, βρέθηκαν σε παλαιότερες ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή Μαρντάν.

Η τέχνη της Γκαντάρα, έδωσε στις αρχές του 1ου π.Χ. αι., τις πρώτες γλυπτές απεικονίσεις του Βούδα στο στυλ του Απόλλωνα, το μεγαλύτερο δώρο στον κόσμο του Βουδισμού. Από εκεί εξαπλώθηκε στην Ινδία, την Κίνα, την Κεντρική Ασία, το Θιβέτ, την Μογγολία, την Κεϋλάνη, την Βιρμανία, το Σιάμ, την Ιάβα και τελικά, τον 5ο μ.Χ. αι. έφθασε στην Κορέα και την Ιαπωνία.

Χρησιμοποίησε ως υλικά την πέτρα, τον γύψο, τον πηλό και τον χαλκό.

Για τα περισσότερα γλυπτά χρησιμοποιήθηκε ένα είδος σχιστόλιθου που βρίσκεται σε μεγάλη επάρκεια στους γύρω λόφους. Είναι πέτρα μαλακή με σταχτο-γαλαζο-πράσινες αποχρώσεις. Αργότερα, για τα γλυπτά, χρησιμοποιήθηκε η μαλακή σαπουνόπετρα και το μάρμαρο.

Ως Βούδας (πεφωτισμένος)
Ως Μποντισάτβα Αβαλοκιτέσβαρα

Στην τέχνη της Γκαντάρα υπάρχουν πολλές απεικονίσεις του Βούδα :

  • ως Μποντισάτβα Σιντάρτθα (προ-φωτίσεως), με πριγκιπικά ρούχα, κοσμήματα και στολίδια,

  • ως Βούδας (πεφωτισμένος) με μοναστική ρόμπα και ένα μακρύ ένδυμα, σε διάφορες στάσεις και θέσεις των χεριών του,

  • ως Μποντισάτβα Μαϊτρέια (ο Βούδας του μέλλοντος), έννοια που ενσωματώθηκε στον βουδισμό της Γκαντάρα προερχόμενη από την παράδοση της Περσίας. Αναγνωρίζεται από την κόμμωσή του και το φλασκί με το νερό που φέρει,

  • ως Αβαλοκιτέσβαρα (Μποντισάτβα της ευσπλαχνίας) με την γιρλάντα στο χέρι του και την σαν στέμμα κόμμωσή του,

  • ως Μποντισάτβα Παντμαπάνι, και

  • ως Μποντισάτβα Μαντζούσρι.

Εκτός από τα γλυπτά του Βούδα και των Μποντισάτβας υπάρχουν γλυπτά του Πάντσικα, θεού του πλούτου, και της Χαρίτι, θεάς της γονιμότητος.

Χαρίτι και Πάντσικα

Η γλυπτική τεχνική της Γκαντάρα είναι «πρόσθια», δηλαδή η πίσω πλευρά των γλυπτών μένει ακατέργαστη  διότι στερεώνονταν σε τοίχους και δεν ήταν ορατή.

Τα προσφιλέστερα θέματα της τέχνης της Γκαντάρα είναι παρμένα από την ζωή του Βούδα.

Από την ώρα της βιολογικής του σύλληψης, όλα τα επεισόδια της ζωής του ιστορούνται με πολλή προσοχή σε αφηγηματικά ανάγλυφα.

Στα ανάγλυφα αυτά κάθε ιστορία χωρίζεται από την άλλη με έναν στύλο κορινθιακού, ιωνικού ή περσικού ρυθμού.

Τα ιερά βουδιστικά μνημεία (γνωστά ως "στούπες") όπου στεγάζονται ιερά λείψανα ή κείμενα σχετικά με τον Βούδα, καλύπτονται από αφηγηματικά ανάγλυφα στερεωμένα με σιδερένια καρφιά ή γάντζους, μέσα από τα οποία ξετυλίγεται η ζωή του.

Οι Τζάτακας, οι μυθολογικές αφηγήσεις των προηγούμενων ενσαρκώσεων του Βούδα (550 τον αριθμό), έχουν μεγάλη σημασία, διότι από αυτές αντλεί την θεματολογία της η αρχαία βουδιστική τέχνη της Ινδίας.

Πριν να εμφανισθεί ως ο ιστορικός Βούδας, είχε έρθει σ’ αυτόν τον κόσμο ως απλός άνθρωπος, ως πρίγκιπας, ως ζώο, και ως πουλί και αρχικά δεν απεικονίζονταν με ανθρώπινη μορφή παρά μόνο με σύμβολα.

Ήταν στην τέχνη Γκαντάρα που δημιουργήθηκε η ανθρώπινη απεικόνιση του Βούδα στο στυλ του Έλληνα θεού Απόλλωνα.

Ως Μποντισάτβα
(Σιντάρτθα ;)

Οι δυτικοί ειδικοί αποδίδουν το τέλος της τέχνης της Γκαντάρα στην εισβολή των Ούννων, υπό τον Μιχιραγούλα, στα 540 μ.Χ. Λόγω πολιτικής σύγχυσης και ελλείψει σταθερών κυβερνήσεων στην περιοχή, θα αναβιώσει ο Ινδουισμός ενώ ο Βουδισμός, κύρια δύναμη υποστήριξης και ανάπτυξης αυτής της τέχνης, θα εξαφανισθεί βαθμιαία.

[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφιών : Άρθρο του Zainul Wahad (Αρχαιολόγος) Διευθυντή του Μουσείου Μαρντάν, ΒΔ. Πακιστάν στο περιοδικό "ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ" τ.77 (Οκτ. - Δεκ. 2000) σελ.80].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Η αρχαία ύδραυλις - Δίον Μακεδονίας (1ος π.Χ. αί.)

Η ύδραυλις, ή ύδραυλος ή υδραυλικόν όργανον, είναι ένα μουσικό όργανο της ελληνιστικής περιόδου που λειτουργούσε με πίεση του αέρα επί ύδατος.

Τον Αύγουστο του 1992, η Ελλάδα απέκτησε το μοναδικό σε διαστάσεις και αρτιότητα στον κόσμο αρχαιολογικό τεκμήριο της υδραύλεως με την ανακάλυψή της από τον Δημήτρη Παντερμαλή, καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στην περιοχή ανασκαφών που διεξάγει στο Δίον της Μακεδονίας.

Το όργανο που ανακαλύφθηκε χρονολογείται από τον 1ο π.Χ. αιώνα, έχει ύψος 73 εκατοστών και αρχικά είχε δύο σειρές αγωγών (αυλών) από τις οποίες διασώθηκε η σειρά με τους 24 φαρδύτερους αγωγούς.
 

Οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν orgenum (όργανον), παραλείποντας κατά κανόνα τον προσδιορισμό Hydraylicum (υδραυλικόν).

Η ύδραυλις αποτελείται από :

  • Μία αντλία (πυξίδα με εμβολέα) για την συμπίεση του αέρα,

  • ένα χάλκινο δοχείο που περιείχε νερό και από 

  • ένα ανεστραμμένο χάλκινο ημισφαίριο (πνιγέα) στο οποίο διοχετεύονταν ο πεπιεσμένος αέρας και αποκτούσε εξισορροπημένη πίεση με την βοήθεια του νερού,

  • ένα επίμηκες κιβώτιο (μουσικός κανώνα) με μηχανισμό που κατέληγε στα 

  • πλήκτρα (αγκωνίσκοι) με τα οποία διενέμετο ο πεπιεσμένος αέρας στις εισόδους των αυλών και

  • αυλούς κλιμακωτού ύψους και με διαφορά στην διάμετρό τους.

Πρόκειται για τον πρόγονο του γνωστού σήμερα ως εκκλησιαστικό όργανο της Δυτικής Εκκλησίας. Μακρινός απόγονος του υπάρχει εγκατεστημένος και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Κατά την πληροφορία που έφτασε ως εμάς στον Anonymous Bellermanus, scripto de musica αρ.28, στο όργανο αυτό μπορούσαν να παιχτούν : ο υπερλύδιος, ο υπερασιατικός, ο λύδιος, ο φρύγιος, ο υπολύδιος και ο υποφρύγιος τρόπος.

Εφευρέτης και κατασκευαστής της υδραύλεως ήταν ο Έλληνας μηχανικός Κτησίβιος, από τους αξιολογότερους μηχανικούς της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, έδρασε στην περίοδο της βασιλείας του Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου (284 – 246 π.Χ.). Το έργο του έχει απολεσθεί και ότι γνωρίζουμε προέρχεται από αναφορές μεταγενέστερών του μηχανικών και ιστορικών.

Με το πέρασμα των αιώνων και των βαρβάρων, ξεχάστηκε το όργανο αυτό στην Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, επέζησε όμως στο Βυζάντιο μέχρι το 757 μ.Χ. οπότε και παρουσιάστηκε ως δώρο του αυτοκράτορα του Βυζαντίου στον ομόλογό του στην Ρώμη.

Όλα τα δυτικά χρονικά μιλούν για το γεγονός αυτό : “misit Constantinus imperator regi Pippino cum allis donis organum qui in Franciam usque pervenit” (Annales Laurissenses 757).

[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : Χρήστος Δ. Λάζος : "Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ" εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ].

 

-Επιστροφή στην Κορυφή-Ο αρχαιότερος χάρτης του δυτικού κόσμου - Αρτεμιδώρος (;) (1ος π.Χ. αί.)

Οι επιστήμονες έχουν πλέον στην διάθεσή τους και μελετούν χάρτη που εκτιμάται πώς είναι ο μόνος διασωθείς από την εποχή του Έλληνος γεωγράφου Αρτεμιδώρου και θεωρείται ο μοναδικός αξιόλογος διατηρημένος χάρτης του κλασσικού κόσμου.

Έχει σχεδιασθεί με μαύρη μελάνη σε αιγυπτιακό πάπυρο μήκους δυόμισυ (2,5) μέτρων και απεικονίζει πόλεις, χωριά, δρόμους και άλλα γεωγραφικά στοιχεία περιοχών της βορείου και ανατολικής Ισπανίας.

[ΠΗΓΗ κειμένου και φωτογραφίας : Εφημερίδα "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ" φ.35 (Ιαν. 2000) σελ. 24].

περίοδος 1 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 12.000.000 έως το 700.000 π.Χ.)
περίοδος 2 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500.000 έως το 50.000 π.Χ.)
περίοδος 3 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 50.000 έως το 10.000 π.Χ.)
περίοδος 4 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 8.000 έως το 6.500 π.Χ.)
περίοδος 5 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 6.000 έως το 5.300 π.Χ.)
περίοδος 6 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 5.260 έως το 2.700 π.Χ.)
περίοδος 7 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 2.400 έως το 1.500 π.Χ.)
περίοδος 8 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 1.700 έως το 740 π.Χ.)
περίοδος 9 (περιλαμβάνει ευρήματα από τον 700 έως το 500 π.Χ.)
περίοδος 10 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 500 έως το 350 π.Χ.)
περίοδος 11 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 380 έως το 100 π.Χ.)
περίοδος 12 (περιλαμβάνει ευρήματα από το 100 π.Χ. έως το 800 μ.Χ.)

ancientgr.com