Περιπλάνηση
Η Κατερίνα άλλαξε νευρικά ταχύτητα, μουρμουρίζοντας τσαντισμένη μέσα από τα δόντια της. Με τον Μηνά ανταλλάξαμε βλέμματα ανησυχίας. Είχε δεν είχε ένα μήνα το δίπλωμα οδήγησης και ένα τεράστιο Ν αναπαυόταν κολλημένο στο πίσω παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Περίεργο, ακόμα και η νευρική, άτσαλη οδήγηση της δεν μας επηρέαζε τόσο, όσο εκείνο το Ν. Όμως, κατά κάποιον- ανεξήγητα ανησυχητικό για αυτές τις στιγμές- τρόπο, το γεγονός πως όλοι οι δρόμοι προς την Πεντέλη φαίνονταν κλειστοί εκείνο το απόγευμα, μας πείσμωνε ακόμα πιο πολύ. Η ανυπομονησία μας είχε φτάσει στο κατακόρυφο, όμως αυτό το συναίσθημα τελικά ήταν που μας έκανε να αντιμετωπίζουμε με χιούμορ την κατάσταση. Νομίζω πως ήταν ο Μηνάς αυτός που πρώτος είπε μεταξύ σοβαρού κι αστείου πως δεν ήταν γραφτό μας να φτάσουμε στην Πεντέλη εκείνο το βράδυ. Και λέω βράδυ, γιατί εν τω μεταξύ είχε ήδη σκοτεινιάσει. Η άσκοπη περιπλάνηση μας στους δρόμους της Αθήνας μας είχε κάνει να χάσουμε την αίσθηση του χρόνου.-και τελικά του χώρου. Αισθανόμουν τα κτίρια και τα αυτοκίνητα να στροβιλίζονται γύρω μου σε έναν χαοτικό ρυθμό, μην μπορώντας να ξεχωρίσω ποιο είναι ποιο.
Για λίγο, τα φώτα του αυτοκινήτου έριξαν την δέσμη τους σε μια λεπτή φιγούρα κάπου εμπρός και δεξιά μου. Δεν ξέρω τι τράβηξε το βλέμμα μου εκεί κατ αρχήν, όμως όταν έγινε αυτό κοκάλωσα άθελα μου στην θέση μου. Η φιγούρα ανήκε σε ένα παιδί, όμως το πρόσωπο ήταν αυτό που είχε αιχμαλωτίσει την προσοχή μου. Ήταν το όμορφο πρόσωπο ενός μικρού κοριτσιού, γύρω στα 9-10, που ήταν ακουμπισμένο σε ένα αυτοκίνητο μπλε μεταλλικού χρώματος. Η έκφραση και η πόζα του κοριτσιού ήταν αυτό που με συνεπήρε . Τα μακριά ξανθά μαλλιά της κυμάτιζαν ελαφρά από το απαλό φύσημα του ζεστού, υγρού, φθινοπωρινού αέρα και το πρόσωπο της καθάριο, αντανακλούσε τα φώτα μας καθώς την πλησιάζαμε. Το βλέμμα της ήταν σταθερό, αλλά απόμακρο, σαν να ατένιζε το άπειρο ή κάτι πέρα από την δική μας αντίληψη. Μια περίεργη σοφία φαίνονταν να καθρεφτίζεται στα μάτια της. Την πλησιάζαμε αργά, πολύ αργά ή έτσι τουλάχιστον μου φάνηκε, μιας και οι αισθήσεις μου είχαν αλλοιωθεί σε κάποιο βαθμό που δεν μπορούσα πλέον να προσδιορίσω με ακρίβεια τον χωρο-χρόνο που κινούμουν. Την προσπεράσαμε με χαμηλή ταχύτητα ενώ παρέμενε ακίνητη με αυτή την απόκοσμη έκφραση να είναι πετρωμένη στο παιδικό πρόσωπο της. Δεν γύρισε το κεφάλι της ούτε όταν βρεθήκαμε σε απόσταση αναπνοής. Μόλις ελάχιστα εκατοστά απείχε το πρόσωπο μου από αυτήν, έχοντας συνεχώς το βλέμμα μου καρφωμένο επάνω της μέσα από το τζάμι του πίσω καθίσματος του αυτοκινήτου. Ενώ εγώ γυρνούσα να την ξαναδώ άλλη μια φορά, ίσως για να πείσω τον εαυτό μου πως δεν ήταν κάποιο φάντασμα ή μια ψευδαίσθηση που βγήκε από το θολωμένο μυαλό μου, μια κραυγή θριάμβου με ξάφνιασε και με έκανε να αναπηδήσω στην θέση μου τρομαγμένος. Ήταν ο Χρήστος που με το χέρι του προτεταμένο κάπου στα δεξιά μας, έδειχνε μια πινακίδα που ίσα ίσα πρόλαβα να διακρίνω, πριν εξαφανιστεί από το οπτικό μου πεδίο οριστικά.
"Βριλήσσια"
Τελικά, η μοίρα κάτι μας χρωστούσε εκείνο το βράδυ...
Βριλήσσια
Φτάσαμε στην πλατεία Βριλησσίων χωρίς άλλα εμπόδια. Εδώ είχαμε ραντεβού με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, τον Δημήτρη, τον Μίλτο, τον Ψηλό. Ψάξαμε με το βλέμμα να τους εντοπίσουμε στην μικρή πλατεία. Η ώρα ήταν μόλις 22.30. Περίεργο. Εγώ είχα την αίσθηση πως ήταν τουλάχιστον μεσάνυχτα. Μόλις πριν 2 ώρες είχαμε ξεκινήσει την περιπλάνηση μας. Ένα κορνάρισμα με απέσπασε από τις σκέψεις μου. Εκέι, στο σκοτεινό μέρος μιας αλέας, κάτω από ένα δέντρο, τα φώτα ενός γκρίζου Vitara αναβόσβησαν και το κορνάρισμα ακούστηκε ξανά. Ο Μηνάς κατέβηκε γρήγορα από το αμάξι και κατευθύνθηκε προς το παρκαρισμένο τζιπ. Αφού συνεννοήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα, ξαναμπήκε στο αμάξι και έκανε νόημα στην Κατερίνα να ξεκινήσει αργά, ακολουθώντας το τζιπ το οποίο ανηφόριζε ήδη τον σκοτεινό, δεντροφυτεμένο δρόμο προς την Πεντέλη.
Πεντέλη
Τα δέντρα μας προσπερνούσαν με μια μέτρια ταχύτητα κι έτσι είχα όλο τον χρόνο να τα προσέξω καλύτερα. Πυκνές συστάδες από θάμνους, κήποι υπέροχοι σε βίλες απομονωμένες, το μάτι μας χόρταινε πράσινο σε όλη την ανηφορική αυτή διαδρομή. Από την άλλη πλευρά του δρόμου, είχαμε ήδη αρχίσει να βλέπουμε τα φώτα της Αθήνας από κάτω μας, στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Για λίγο εκστασιάστηκα με το θέαμα μιας ολόφωτης Αθήνας, που έμοιαζε να αντανακλά τα αστέρια του ουράνιου στερεώματος στην επιφάνεια της. Αυτό με έκανε να χάσω την στιγμή που τα δέντρα και το πράσινο παραχώρησαν -ίσως κάπως απότομα- την θέση τους στους μαρμάρινους βράχους της Πεντέλης. Εδώ η νύχτα γυάλιζε επάνω στα άσπρα κομμάτια μαρμάρου που κείτονταν διάσπαρτα. Ασυναίσθητα κοίταξα προς τον ουρανό και αντίκρισα ένα φεγγάρι ολόγιομο να κρέμεται αρκετά χαμηλά πάνω από τα κεφάλια μας. Η υγρασία είχε φτιάξει ένα φωτοστέφανο στο χλωμό δίσκο, και διάφορα χρώματα ιρίδιζαν εκεί μέσα. Η νύχτα ήταν μαγική απόψε, το αισθανόμουν στον αέρα, και σίγουρα και οι υπόλοιποι το ένιωθαν αυτό, μιας και ελάχιστες κουβέντες είχαν ειπωθεί μεταξύ μας από τα Βριλήσσια και μετά. Έκλεισα για ένα λεπτό τα μάτια μου, οσφραινόμενος τον φθινοπωρινό αέρα της Πεντέλης...
Το εκκλησάκι
Από την ρέμβη μου με διέκοψε το απότομο φρενάρισμα της Κατερίνας. 'Aνοιξα τα μάτια μου κοιτάζοντας μπροστά, αλλά λίγα μπορούσα να διακρίνω μέσα στο σκοτάδι. Το μέρος που είχαμε φτάσει δεν φωτίζονταν ακόμα από την Σελήνη, που είχε παραμείνει στην άλλη μεριά του βουνού. Υπήρχαν ψηλές σκιές εδώ, και το φεγγάρι ίσα που έριχνε τις ασημένιες ακτίνες του σε κάτι κυπαρίσσια, δημιουργώντας περίεργες φιγούρες και σκιές στον χώρο. Κάτι φώτα τρεμοέπαιζαν εκεί μπροστά και ένας σκοτεινός όγκος παραδίπλα, μου τράβηξε την προσοχή. Η σπηλιά! Τεντώθηκα μπροστά να δώ καλύτερα, να βεβαιωθώ. Ναι, ήταν η σπηλιά του Νταβέλη. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Δεκάδες φορές είχα δει σε φωτογραφίες και στην τηλεόραση την είσοδο της και δεν γίνονταν να μην την αναγνωρίσω. Παραδίπλα υπήρχε το εκκλησάκι των Αγ. Σπυρίδωνα και Νικολάου, ενσωματωμένο στον βράχο και...Τα φώτα έρχονταν από το εκκλησάκι! Τα παιδιά μέσα στο αυτοκίνητο σχολίασαν πως είναι αδύνατο να υπάρχουν φώτα μέσα, γιατί υποτίθεται πως ήταν κλειστό εδώ και πολύ καιρό. Ανοίξαμε όλοι βιαστικά τις πόρτες να κατέβουμε και η Κατερίνα έβαλε τον συναγερμό (κάτι που εκείνη την ώρα εγώ, ίσως λανθασμένα, το θεώρησα περιττό και χρονοβόρο).
Την ίδια στιγμή το γκρίζο τζιπ του Δημήτρη ήρθε φουριόζικο να φρενάρει δίπλα μας σηκώνοντας σύννεφα σκόνης και μας ξάφνιασε με την εμφάνιση του. Αλήθεια, αυτοί υποτίθεται πως ήταν μπροστά μας και λογικά θα είχαν φτάσει πρίν από εμάς εδώ. "Σόρρυ παιδιά, κάπου σταματήσαμε προηγουμένως και μας προσπεράσατε βιαστικά." ακούστηκε η φωνή του Δημήτρη μέσα από το ανοιχτό παράθυρο. "Φοβήθηκα μην χαθείτε μιας και δεν ξέρετε καλά τον δρόμο εδώ, για αυτό και πατήσαμε γκάζι να σας προλάβουμε. Όμως, τον βρήκατε βλέπω τον δρόμο...". Σταμάτησε να μιλάει απότομα καθώς κοίταξε προς το μέρος της σπηλιάς και είδε τα φώτα στο εκκλησάκι. "Δεν είναι δυνατόν" μουρμούρισε, "αυτό είναι συνέχεια κλειστό". ’νοιξε την πόρτα να κατέβει και μαζί του κατέβηκαν και ο Μίλτος με τον Ψηλό, καθώς και μια κοπελίτσα γύρω στα 19-20 που δεν είχα προσέξει πρηγουμένως. Ήρθε και μας συστήθηκε, την έλεγαν Σίσσυ είπε και ήταν φίλη του Δημήτρη. Συστηθήκαμε όλοι βιαστικά και κινήσαμε με γρήγορο βήμα, σχεδόν τρέχοντας προς το εκκλησάκι. Πραγματικά, η πόρτα ήταν ανοιχτή, και τα τζάμια απέξω ήταν σπασμένα. Τα φώτα που υπήρχαν μέσα όμως μας τράβηξαν την περιέργεια. Ήταν άραγε και κάποιος άλλος εκεί; Δεν είχαμε δει κάποιο όχημα κοντά στην σπηλιά, εκτός από κανα δυο αυτοκίνητα; με ζευγαράκια μέσα, αρκετά μακριά όμως. Η Πεντέλη ήταν περιβόητη για την ησυχία που μπορούσε να προσφέρει σε ιδιαίτερες στιγμές και τα ζευγαράκια ανέβαιναν πολύ συχνά μέχρι εδώ. Είχαμε φτάσει μπροστά στην είσοδο ταυτόχρονα εγώ και ο Δημήτρης. Προσπάθησα να μπω την στιγμή που και αυτός επιχειρούσε το ίδιο. Στριμωχτήκαμε για λίγο στην στενή είσοδο και μετά με ένα αποφασιστικό όσο και ανυπόμονο σπρώξιμο, παραμέρισα τον Δημήτρη και βρέθηκα μέσα.
Η ατμόσφαιρα μέσα στο εκκλησάκι ήταν πνιγηρή. Το ένιωσα μόλις μπήκα και η χαρακτηριστική μυρωδιά του κεριού που καίγεται, μαζί με την μούχλα και την υγρασία ενέτειναν αυτό το συναίσθημα. Το εκκλησάκι ήταν όλο σκαλισμένο στην πέτρα, η οποία είχε λαξευθεί για να σχηματίσει καμάρες, εσοχές και γωνίες, και το όλο κτίσμα σου έδινε την οπτική του ασύμμετρου. Σε ορισμένα σημεία, υπήρχαν φανερές ενισχύσεις με πυρότουβλα, άτεχνες διακοσμητικές προσπάθειες δίχως άλλο, που η πολυκαιρία και η εγκατάλειψη τα είχαν κατά κάποιον τρόπο ενσωματώσει στην αισθητική του συνόλου. Οι τοίχοι ήταν μαυρισμένοι (ίσως από φωτιά, ίσως από υγρασία) και ξεφλουδισμένοι, έτσι που η όλη εικόνα ήταν μάλλον παρακμιακή, χωρίς να σου μεταδίδει στο ελάχιστο την ιερότητα που υποτίθεται πως αποπνέει από τέτοιους χώρους. Δεν ξέρω αν σαν ιερό του χθόνιου Πανός- που υποτίθεται πως ήταν πρίν χτιστεί πάνω στα ερείπια του αυτός ο ναΐσκος- λειτουργούσε αυτή η ατμόσφαιρα που μετέδιδε, πάντως Χριστιανική κατάνυξη δεν δημιουργούσε σε καμία περίπτωση, ακόμα κι αν στο μυαλό μου έρχονταν εικόνες παραλληλισμού με το Κρυφό Σχολείο, όπως το φανταζόμουν μικρός.
Μπροστά μου έβλεπα 3 καμάρες. Στις 2 πλαϊνές έκαιγαν 2 κεριά, από ένα σε κάθε μία, τοποθετημένα πάνω σε ξύλινα τραπέζια ενώ στην κεντρική, επάνω σε μια πέτρινη Αγία Τράπεζα, υπήρχε ένας σταυρός σχετικά μικρός, περίπου στους 50 πόντους. Κάτω από τον σταυρό έκαιγε ένα κερί προστατευμένο μέσα σε ένα κίτρινο λαμπόγυαλο, όπως αυτά που χρησιμοποιούσαν στις παλιές λάμπες πετρελαίου. Δίπλα του υπήρχε ένα παλιό καντήλι, μαυρισμένο και πολυχρησιμοποιημένο, που τώρα όμως έστεκε σβηστό στο πλάι, κοιτώντας θαρρείς με φθόνο το κερί μέσα στο καινούριο λαμπόγυαλο, όπως έκαιγε περίλαμπρο, σκορπώντας το φώς του και την -αμφίβολη- ζεστασιά του στον σκοτεινό υγρό χώρο.
Τα πρώτα σχόλια άρχισαν. Ποιος είχε μπει στο εκκλησάκι και είχε ανάψει τα κεριά; Κάποιος παπάς αναμφίβολα είχε τελέσει λειτουργία νωρίτερα και είχε αφήσει τα κεριά να καίνε. Ναι, αλλά γιατί άφησε την πόρτα ανοιχτή; Και ποιός είχε σπάσει τα χοντρά βιτρώ τζάμια του παράθυρου; Μήπως είχαν μπει σατανιστές εδώ μέσα; Εκείνη την στιγμή ο Δημήτρης κάτι φώναξε. Γυρίσαμε όλοι προς το μέρος του και τον αντικρίσαμε να παραμερίζει το καπάκι μιας καταπακτής που βρίσκονταν μπροστά στην είσοδο. Τρέξαμε προς το μέρος του με έξαψη. Από κάτω μας υπήρχε μια τρύπα τετράγωνη, μερικών μόλις μέτρων που έμοιαζε με κενοτάφιο, χωρίς όμως κανένα λείψανο να υπάρχει μέσα. Χώματα φαίνονταν να υπάρχουν σκορπισμένα παντού και το μέρος έμοιαζε πρόσφατα σκαμμένο. Ο Δημήτρης χώθηκε μέσα, και τον ακολούθησα γεμάτος ζέση. Στο ένα χέρι μου κρατούσα τον φακό και προσπαθούσα να διακρίνω λεπτομέρειες στον στενό αυτό χώρο. Για μια στιγμή γύρισα το φως προς τα πάνω και το σκοτάδι τύλιξε το μέρος, κάνοντας τον Δημήτρη να μου φωνάξει ενοχλημένος. Η αίσθηση του τάφου ήταν διάχυτη εκεί μέσα και για μια στιγμή ανατρίχιασα όταν διάφοροι μακάβριοι συνειρμοί ξεπήδησαν από το μυαλό μου. Ρίχνοντας το φώς πρός τα κάτω, είδα πως μπροστά μας υπήρχε κάτι σαν ψευδότοιχος, όχι ψηλός, περίπου 50 πόντους ύψος και άλλους τόσους πλάτος. Τα τούβλα ήταν πρόχειρα τοποθετημένα και μια επίστρωση τσιμέντου υποτίθεται πως ενίσχυε την ανθεκτικότητα του. Μπροστά ακριβώς από αυτό το τοιχάκι, ήταν σκορπισμένα φρέσκα χώματα, και μερικές πέτρες ακόμα και τούβλα σπασμένα, δημιουργώντας έναν μικρό σωρό. Σίγουρα κάποιος είχε προσπαθήσει να σκάψει από κάτω, ψάχνοντας μια πιθανή είσοδο ή στοά προς την σπηλιά. Ανάμεσα στα χώματα, είδα τότε ένα αντικείμενο. Το σήκωσα. Ένας πλαστικός κίτρινος σωλήνας περίπου 20-25 πόντους, χωρίς καμία φανερή χρησιμότητα, ήταν το εύρημα μου (αργότερα, ένας άλλος τέτοιος σωλήνας βρέθηκε μέσα στην σπηλιά, όχι όμως από μένα και περιείχε κάτι που δεν μπορώ να αποκαλύψω, γιατί ανήκει σε άλλον η ανακάλυψη αυτή ).
Τράβηξα κάποιες φωτό από το σημείο αυτό, ενώ άκουγα τις φωνές αγανάκτησης των υπόλοιπων για την "άσκοπη καθυστέρηση", από πάνω να με παροτρύνουν να πάμε επιτέλους στην σπηλιά. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να επιστρέψω κάποια άλλη στιγμή στο εκκλησάκι (κάτι που, την ώρα που διαβάζετε αυτές τις γραμμές ακόμα δεν μπόρεσα να τηρήσω) και ανέβηκα τινάζοντας τις σκόνες από πάνω μου. Κοίταξα τους άλλους με διαπεραστικό βλέμμα και ήρεμα είπα:
"Πάμε."
Στην Σπηλιά
Βγαίνοντας από το εκκλησάκι, είδα πως το φεγγάρι είχε πλέον φτάσει στο σημείο που βρισκόμασταν και οι σκιές είχαν μετακομίσει πρός την είσοδο, ρίχνοντας ένα δυσοίωνο πέπλο σκοτεινιάς. Περίεργα σχήματα απεικονίζονταν στον βράχο, φιγούρες που μια ζωηρή φαντασία θα χαρακτήριζε απόκοσμες. Ατένισα την είσοδο της σπηλιάς με προβληματισμό, αλλά και με κάποια ανυπομονησία. Οι υπόλοιποι ήδη προχωρούσαν προς τα μέσα κι εγώ έβλεπα τις σκιές να τους καταπίνουν, ενώ η πλατιά τρύπα φαίνονταν να τους υποδέχεται στην κρύα, υγρή, σκοτεινή αγκαλιά της. Φακοί άναψαν και φλας άστραψαν στιγμιαία, επιτρέποντας μου να δω πως όλοι στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, μην τολμώντας ακόμα να απομακρυνθούν. Μουρμουρητά και επιφωνήματα ακουστήκαν και αποφάσισα επιτέλους να μπω κι εγώ μέσα.
Διέσχισα αργά, επιφυλακτικά, την είσοδο κοιτάζοντας ταυτόχρονα γύρω μου, με εξεταστικό μάτι. ’ναψα τον φακό και σάρωσα με το φως του τον περιβάλλοντα χώρο. Εμπρός μου απλώνονταν η περίφημη Σπηλιά του Αρχιλήσταρχου Νταβέλη όπως έχει καθιερωθεί να λέγεται. Και τι δεν έχει γραφτεί ή ειπωθεί για αυτό το μέρος. Ο θρύλος το έχει ζώσει με απίστευτες ιστορίες και η λαϊκή φαντασία το έχει στοιχειώσει με οτιδήποτε μπορείτε να σκεφτείτε. Ήταν μια ευρύχωρη σπηλιά, περίπου 40-50 μέτρα βάθος, καμιά εικοσαριά μέτρα πλάτος και 4-5 μέτρα ύψος μέχρι τα πρώτα δέκα μέτρα. Μετά, ο χώρος ήταν ολοφάνερα σκαμμένος τουλάχιστον 5-6 μέτρα κάτω από το επίπεδο της υπόλοιπης σπηλιάς. Βρεγμένα, χοντροφτιαγμένα σκαλοπάτια που είχαν δημιουργηθεί από τα διάφορα επίπεδα που είχαν σκαφτεί, μας επέτρεπαν να κατέβουμε προς τα κάτω. Στα αριστερά μου βρισκόταν το περίφημο "δωμάτιο" που περιέγραφε με τόση γλαφυρότητα γνωστός συγγραφέας. Θυμήθηκα όσα είχε γράψει για αυτό και κίνησα κατευθείαν προς τα εκεί, χωρίς να δώσω καμία σημασία στους υπόλοιπους που εξακολουθούσαν να περιφέρονται επιφυλακτικά στον χώρο.
Ήταν ένας χώρος μικρός, σχετικά χαμηλός στο ύψος και όντως έμοιαζε με δωμάτιο στο σχήμα του. Μικροί σταλαγμίτες έσταζαν το παγωμένο υγρό τους πάνω από το κεφάλι μου, και οι σταγόνες αυτές χτυπούσαν ελαφρά επάνω στους βράχους, διαμορφώνοντας επί αιώνες το σχήμα και την σύσταση τους. Διέκρινα μια τρύπα ακριβώς στο σημείο που είχα διαβάσει πως υπήρχε. Οδηγούσε πρός τα κάτω, σε έναν μεγάλο θάλαμο, που φαίνονταν να συνεχίζεται, αλλά οι βράχοι ήταν πολύ γλιστεροί και μια πρώτη προσπάθεια μου να κατέβω, απέβη άκαρπη. Το ύψος φαίνονταν αρκετά μεγάλο από το σημείο που βρισκόμουν και ενδεχόμενη πτώση μου στα μυτερά βράχια που έχασκαν από κάτω, δεν ήταν ότι πιο ενθαρρυντικό για να συνεχίσω. Τότε ακριβώς, πρόσεξα πως στον τοίχο που ακουμπούσα υπήρχε μια προεξοχή αρκετά ψηλά, ίσως 3 μέτρα ή και παραπάνω, που έδειχνε να συνεχίζει προς τα μέσα. "Κάποια είσοδος σε στοά", σκέφτηκα κι έψαξα να βρω τρόπο να ανέβω μέχρι εκεί. Δεν υπήρχαν δυστυχώς εγκοπές στον βράχο που να βοηθούν στην ανάβαση. Προβληματίστηκα για λίγο. Έπρεπε να φτάσω εκεί, δεν ήξερα τον λόγο, όμως αυτή η ιδέα μου είχε καρφωθεί πολύ επίμονα στο κεφάλι μου για να την βγάλω έτσι απλά. Όπως προείπα, το δωμάτιο ήταν πολύ στενό στο πλάτος και οι τοίχοι του απείχαν λιγότερο από ένα μέτρο ανάμεσα τους. Ακούμπησα την πλάτη μου στον ένα τοίχο και τα πόδια μου κόντρα στον άλλο τοίχο. ’ρχισα να σπρώχνω το σώμα μου προς τα πάνω, κάνοντας ένα βήμα την φορά. Ανέβαινα αργά αλλά σταθερά. Ο τοίχος ήταν βρεγμένος και γλιστρούσε, ωστόσο κατάφερνα να διατηρήσω την ισορροπία μου με μια παραπάνω πίεση στα πόδια μου και στην πλάτη. Τελικά, μετά απο κάποιο ακαθόριστο χρονικό διάστημα, κατάφερα να φτάσω κοντά στην προεξοχή. Μισοέστριψα τον κορμό μου με κάποια σχετική δυσκολία και αντίκρισα τις μυτερές πέτρες που ορθώνονταν μπροστά μου. ’ρπαξα γερά με το ένα μου χέρι μία από αυτές τις πέτρες και δοκίμασα την σταθερότητα της. Έδειχνε αρκετά σταθερή, έτσι έστριψα ολόκληρο το σώμα μου προς το μέρος της και αφέθηκα να κρέμομαι από ένα ύψος περίπου 4 μέτρων στο κενό με το ένα χέρι. Γρήγορα έβαλα και το άλλο μου χέρι στην πέτρα αυτή και κόλλησα τα πόδια μου στον υγρό τοίχο. Σκαρφάλωσα δύσκολα προς τα πάνω, και κούρνιασα στην μικρή εσοχή που ήταν μπροστά μου. Έμεινα εκεί ένα λεπτό περίπου, προσπαθώντας να πάρω ανάσες. Ήμουν λαχανιασμένος και ιδρωμένος από την προσπάθεια. Τελικά, γύρισα να δω τον λόγο που μπήκα σε όλη αυτή την δοκιμασία. Ένα μουρμουρητό απογοήτευσης έφυγε από τα χείλη μου. Δυστυχώς, η τρύπα αυτή δεν συνέχιζε προς τα μέσα. Ένας άλλος ψευδότοιχος, από πέτρες και τσιμέντο ήταν εκεί, μπλοκάροντας κι αυτή την είσοδο. Πέτρες είχαν αποκολληθεί από κάποια σημεία και ένα μαύρο κενό έχασκε εκεί προδίδοντας πως πίσω από το τοιχάκι υπήρχε σίγουρα κάτι άλλο. Τράβηξα μια φωτογραφία και αποφάσισα απογοητευμένος να γυρίσω πίσω.
Η κατάβαση δεν ήταν καθόλου εύκολη. Ξανακρεμάστηκα από τις πέτρες και έκανα σχεδόν το ίδιο που έκανα στην ανάβαση. Μόνο που κανα δυο μέτρα πριν το έδαφος, πήδησα προς τα κάτω. Στάθηκα για λίγο εκεί, με τα κόκαλα μου να υποφέρουν από την αφόρητη υγρασία της σπηλιάς και τα ρούχα μου λασπωμένα και σε σημεία σκισμένα, να μαρτυρούν την προσπάθεια που κατέβαλλα. Τότε κατέφτασε τρέχοντας ο Μίλτος προς το μέρος μου. "Βασίλη, πρέπει να το δεις αυτό" μου είπε και το πρόσωπο του φανέρωνε έξαψη. Αμέσως τον ακολούθησα.
Οι υπόλοιποι είχαν συγκεντρωθεί στην άλλη μεριά της σπηλιάς από εκεί που ήμουν και κάτι έδειχναν σχολιάζοντας προς τα κάτω. Πλησίασα και είδα τον Δημήτρη να είναι χωμένος σε μια τρύπα και να προσπαθεί να παρατηρήσει μέσα από αυτήν κάποιο θάλαμο που υπήρχε μέσα. "Εδώ έχει μια τρύπα, αλλά είναι υπερβολικά στενή για να την περάσει άνθρωπος" είπε δυνατά. Ο φακός του πράγματι φώτιζε μια τρύπα αρκετά πλατιά, περίπου ένα μέτρο, αλλά πολύ μικρή σε ύψος, ούτε 30 πόντους. Σταλακτίτες μυτεροί καραδοκούσαν επάνω από αυτή την τρύπα, κάνοντας την πρόσβαση όχι μόνο δύσκολη, αλλά και επικίνδυνη. Δεν ξέρω ποια παρόρμηση με έκανε να κατέβω μέχρι εκεί. "’σε να δοκιμάσω εγώ, είμαι πιο λεπτός, ίσως να τα καταφέρω" του αντέτεινα. Απλά κούνησε το κεφάλι του κι ανέβηκε προς τα πάνω. Οι βράχοι ήταν απότομοι και γλιστεροί. Ένα στραβοπάτημα ίσως να μου κόστιζε περισσότερα από ένα απλό πέσιμο. Κατέβηκα αργά και προσεχτικά μέχρι την τρύπα. Έριξα το φως του φακού προς τα μέσα προσπαθώντας να διακρίνω λεπτομέρειες. Φαίνονταν πως οδηγούσε αλλού, σε ένα μεγαλύτερο χώρο, οι τοίχοι του οποίου έδειχναν λειασμένοι τεχνητά. Το σκέφτηκα για λίγο. Η χαρά της εξερεύνησης με είχε καταλάβει και δεν έβλεπα άλλη διέξοδο από το να μπω μέσα. Κάποιος μου φώναξε από πάνω να προσέχω, γιατί αρκετές από τις στοές οδηγούσαν σε γκρεμούς. Αυτό με έκανε όντως επιφυλακτικό. Αποφάσισα να μπω με τα πόδια πρώτα μέσα, ώστε να μπορώ να κρατηθώ με τα χέρια από τους σταλαγμίτες ή τα βράχια, αν κάτι προέκυπτε. Η αλήθεια είναι πως ακριβώς επειδή η τρύπα ήταν πολύ στενή, δεν ήθελα να μπω με το κεφάλι, σε περίπτωση που κάτι υπήρχε εκεί και δεν μπορούσα να αποτραβηχτώ έγκαιρα. Μια στοιχειώδη προφύλαξη που μπορεί να μην παρουσίαζε σοβαρό λόγο ύπαρξης, εν τούτοις το γεγονός πως η ιστορία της σπηλιάς ήταν γεμάτη θρύλους για περίεργα πλάσματα, με έκανε να προσέξω την ασφάλεια μου πρώτα από όλα.
ΟΙ βράχοι ήταν γλιστεροί και ένα είδος κρυσταλλικής λάσπης, πιθανόν από λατύπη, κολλούσε επάνω στα ρούχα μου. Έβαλα τα πόδια μου σιγά σιγά προς τα μέσα και άρχισα να γλιστράω προς τα κάτω, όλο και πιο βαθιά στην τρύπα. Σίγουρα ήταν στενά, με δυσκολία χωρούσαν ακόμα και τα πόδια μου. Μόλις έφτασα περίπου ως την μέση ξαφνικά κόλλησα. Δεν μπορούσα να προχωρήσω περισσότερο. Δοκίμασα να σπρώξω το σώμα μου προς τα μέσα, αλλά τίποτα. Αυτή ήταν όλη κι όλη η διάμετρος της τρύπας. Βλαστήμησα από μέσα μου (ίσως και απέξω μου, δεν θυμάμαι καλά) και παράτησα την προσπάθεια. Ωστόσο, θυμήθηκα πως στον μέσα θάλαμο, οι τοίχοι ήταν τεχνητοί. "Μα πως μπόρεσε κάποιος να χωρέσει εδώ μέσα; Πρέπει να ήταν εξαιρετικά λεπτός για να το καταφέρει", είπα. Βγήκα από την τρύπα και έριξα το φως του φακού μου για να βεβαιωθώ πως δεν είχα ξεγελαστεί. Όντως, ο θάλαμος φαίνονταν ψηλός και πλατύς και οι τοίχοι γυάλιζαν από την επεξεργασία που είχαν υποστεί. Πρόσεξα επίσης πως πάνω τους υπήρχαν κάτι περίεργα καφέ σημάδια, καθώς κι άλλα άσπρα, που έμοιαζαν συμμετρικά. Δοκίμασα να μπω με το κεφάλι, όμως αυτό ήταν αδύνατο. Έκανα το αμέσως καλύτερο που απέμενε, προκειμένου να δω περισσότερα. Τέντωσα το χέρι μου με την ψηφιακή φωτογραφική μηχανή προς τα μέσα και άρχισα να τραβώ φωτογραφίες από όλο τον χώρο. Κατόπιν, ανέβηκα σιγά και προσεχτικά προς τα πάνω. Οι υπόλοιποι μαζεύτηκαν γύρω μου.
"Για να δούμε τι ψάρια πιάσαμε εδώ" μόρφασα προς τους άλλους, ανοίγοντας την κάμερα για να δω τι είχα τραβήξει από τον θάλαμο. Αυτά που είδα με ξάφνιασαν. Επάνω στους τοίχους τους λειασμένους, υπήρχαν οξειδώσεις σιδήρου, που διέτρεχαν σε σειρές κάθετες την πέτρα. Όμως, πέρα από αυτό υπήρχαν και σκουριασμένες σιδερόβεργες κολλημένες σε μια περίεργη διάταξη, σαν κάγκελα φυλακής (δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η εντύπωση μου δόθηκε βλέποντας τις). Δίπλα τους και ανάμεσα τους υπήρχαν και άλλες γραμμές που διέσχιζαν τους τοίχους, γαλακτώδεις στο χρώμα, πιθανόν φλέβες μαρμάρου όπως υπέθεσα.
"Λοιπόν, αυτό είναι ενδιαφέρον. Αν δεν έχει κάποια άλλη είσοδος αυτός ο θάλαμος, τότε τι σόι πλάσμα χώρεσε να μπει εδώ μέσα; Και για ποιόν ακριβώς λόγο; Τι είναι αυτές οι σιδεριές; Τι σημαίνουν; Και το κυριότερο: Πότε έγιναν αυτά; Οι οξειδώσεις στον τοίχο, μαρτυρούν πως αυτό συνέβη πριν πολύ καιρό. Πόσο ακριβώς, δεν μπορώ να το προσδιορίσω πάντως." είπε ο Μηνάς κοιτάζοντας τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει.
Τότε, ο Μίλτος παρατήρησε κάτι που είχε διαφύγει της δικής μας προσοχής, ίσως επειδή μας είχε συνεπάρει η ασυνήθιστη τρύπα. Επιγραφές σκαλισμένες στους τοίχους που οδηγούσαν στην τρύπα αυτή. Πλησιάσαμε μετά την προτροπή του Μίλτου τους φακούς μας στους υγρούς τοίχους και προσπαθούσαμε να διαβάσουμε τι έγραφε. Αλλόκοτες λέξεις, χωρίς κανένα νόημα, γράμματα τοποθετημένα σε προτάσεις, που φαίνονταν να έχουν σημασία μόνο για αυτόν που τις έγραψε, καθώς δεν καταφέραμε να αναγνωρίσουμε καμία, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μας. Τα ψηφία ήταν ελληνικά, όμως η συγκεκριμένη παράθεση και τοποθέτηση τους μόνο σε κάποιον κρυπτογραφικό κώδικα παρέπεμπε. Κάποιος πρότεινε πως ήταν επικλήσεις προς κάποια δαιμονική θεότητα, άλλος πως επρόκειτο για κρυπτογραφημένο μήνυμα που απευθύνονταν μόνο σε συγκεκριμένο άτομο ή άτομα που θα μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν το νόημα του. Ίσως και να ήταν έργο ενός τρελού ή κάποιου που βρίσκονταν υπό επήρεια ουσιών ή ακόμα και κάποιου που διασκέδαζε με την αμήχανη έκφραση που θα έπαιρνε το βλέμμα όσων αντίκριζαν αυτές τις σκαλισμένες λέξεις.
Προσπαθήσαμε για άλλη μια φορά να διαβάσουμε τις λέξεις, αλλά μάταια. Το τελικό νόημα τους (αν φυσικά υπήρχε κάτι τέτοιο) μας διέφευγε. Φωτογραφήσαμε τους τοίχους με την ελπίδα να μπορέσουμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα, όταν βρεθούμε μακριά από την σπηλιά, σε καταλληλότερες συνθήκες για σκέψεις και παρατηρήσεις (μέχρι στιγμής πάντως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον). Εκείνη την στιγμή ακούσαμε την Κατερίνα να φωνάζει από την απέναντι μεριά της σπηλιάς. Γύρισα μα δεν την είδα πουθενά. Η λάμψη ενός φακού με έκανε να εντοπίσω την θέση της. Κινήσαμε προσεκτικά κατά εκεί με τα παιδιά. Έλειπε και ο Δημήτρης όπως παρατήρησα.
Εκεί, σε μια μικρή και στενή σήραγγα, που με δυσκολία μπορούσε κάποιος να συρθεί σε στάση πρηνηδόν, βρίσκονταν η Κατερίνα. Έσπρωχνε το κορμί της όλο και πιο βαθιά μέσα στην τρύπα, αγνοώντας τις μικρές κοφτερές πέτρες που της ξέσκιζαν το δέρμα στους ώμους και στην πλάτη, τα σημεία που η μπλούζα της άφηνε ακάλυπτα.
"Είναι και ο Δημήτρης μέσα, ανακάλυψε ένα πηγάδι που πάει προς τα κάτω" φώναξε λαχανιασμένη από την προσπάθεια. Δεν το πολυσκέφτηκα. Έπεσα κάτω και άρχισα να σέρνομαι κι εγώ πίσω από την Κατερίνα που με τον φακό της φώτιζε το κακοτράχαλο, στενό μονοπάτι. Μετά από λίγα λεπτά, καταφέραμε να φτάσουμε στο σημείο που βρίσκονταν και ο Δημήτρης. Στο τέλος της σήραγγας, η στοά πλάταινε και πλέον κάποιος μπορούσε να σταθεί σχεδόν όρθιος. Εκεί ήταν ο Δημήτρης σε μια μικρή προεξοχή που ίσα ίσα χώραγε αυτόν και ίσως και άλλο ένα άτομο. Η Κατερίνα σηκώθηκε από κάτω και προχώρησε σκυφτά προς το μέρος του. Δοκίμασα να μπω κι εγώ, αλλά το μέρος δεν χωρούσε και τρίτο άτομο. Έτσι έμεινα στην θέση μου παρατηρώντας. Τώρα και οι δυο τους στέκονταν πάνω από μια μεγάλη τρύπα, και έριχναν το φως του φακού τους μέσα προσπαθώντας να διακρίνει λεπτομέρειες.
"Πίσσα σκοτάδι. Δεν φαίνεται τίποτα από εδώ" είπε η Κατερίνα. Σήκωσε μια μικρή πέτρα από δίπλα της και την έριξε στο πηγάδι. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άκουσε τον κρότο της όπως χτυπούσε το έδαφος. "Δεν πρέπει να είναι πολύ βαθύ. Ίσως αν είχαμε ένα σχοινί..." συμπλήρωσε ο Δημήτρης. Η Κατερίνα κατένευσε και περιεργάστηκε τον χώρο δίπλα της. "Έλα, γυρνάμε" είπε. Δεν μπορούσα να στρίψω το σώμα μου στην θέση που βρισκόμουν και έτσι έκανα όλη την διαδρομή ανάποδα, κάτι που ήταν εξαιρετικά δύσκολο και επίπονο. Λίγο πρίν φτάσω στην έξοδο, άκουσα την φωνή του Δημήτρη. "Ε, υπάρχει ένα σκοινί που κατεβαίνει στο πηγάδι. "Ψήνεται κανείς να κατέβουμε;" ρώτησε με ένταση. Σταμάτησα να κινούμαι και άρχισα να το σκέφτομαι. Η Κατερίνα που βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από μένα, με αγριοκοίταξε για λίγο και μισογυρνώντας το κεφάλι της, χωρίς να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω μου φώναξε στον Δημήτρη: "Ποιός ξέρει πόσον καιρό υπάρχει αυτό το σκοινί εκεί. Ίσως να είναι σαπισμένο από την υγρασία, ίσως να γλιστράει. Δεν υπάρχει λόγος να το ριψοκινδυνέψουμε χωρίς τα απαραίτητα σύνεργα. Γύρνα πίσω και θα ξανάρθουμε πιο οργανωμένοι την επόμενη φορά".
Η αλήθεια είναι πως ήμουν πολύ κουρασμένος για να διαφωνήσω με την Κατερίνα και έτσι συνέχισα την πορεία μου προς την έξοδο της σήραγγας. Βγήκα από εκεί μέσα με ένα αίσθημα ανακούφισης και πήρα μερικές βαθιές ανάσες. Μετά από λίγο βγήκε και η Κατερίνα και ξοπίσω της και ο Δημήτρης. Έκαναν κι αυτοί το ίδιο, ρουφώντας παθιασμένα τον αέρα. "Το οξυγόνο εκεί μέσα πρέπει να ήταν πολύ αραιό, δεν μπορούσα να αναπνεύσω" είπε ο Δημήτρης με το χρώμα να επανέρχεται σιγά σιγά στα μάγουλα του. Εξέτασα την κατάσταση που βρισκόμασταν και οι 3. Η Κατερίνα είχε εκδορές στα μπράτσα, τους ώμους και την πλάτη, και σταγόνες αίμα έλαμπαν στο ιδρωμένο δέρμα της. Όμως, δεν φαίνονταν να δίνει σημασία και αυτό το γεγονός με έκανε να την θαυμάσω. "Γενναία κοπέλα" σκέφτηκα. Φαίνεται πως οι σκέψεις μου ήταν έκδηλες, γιατί μου χαμογέλασε. Της ανταπέδωσα το χαμόγελο και της είπα: "Τελικά, είσαι φτιαγμένη για κάτι τέτοια, έτσι;" Δεν απάντησε και άρχισε να τραβάει προς την έξοδο της σπηλιάς με σταθερό βήμα.
Την ακολούθησα σέρνοντας τα πόδια μου από την κούραση και οι υπόλοιποι από πίσω σχολιάζοντας και μουρμουρίζοντας τα όσα συνέβησαν. Το φεγγάρι μας περίμενε έξω από την σπηλιά, ψηλά στον ουρανό, φωτίζοντας μαγευτικά την περιοχή. Ομίχλη είχε αρχίσει να κατεβαίνει από τον βράχο που φιλοξενούσε την σπηλιά και απλώνονταν με αργούς ρυθμούς προς την είσοδο, τυλίγοντας την σε ένα παχύ, λευκό πέπλο. Ταιριαστό φόντο για έναν θρύλο και τα μυστήρια του. Απόψε δεν καταφέραμε να βρούμε απαντήσεις σε αυτά, όμως ξέρω πως θα επιστρέψω. Έστω και για λίγο, άγγιξα τα μυστικά της σπηλιάς, αισθάνθηκα την ακατανίκητη δύναμη τους και παρασύρθηκα στην μαγεία της.
"Θα επιστρέψω..." μουρμούρισα σιγανά.
"Ρε, που πάτε; Ελάτε γρήγορα εδώ. Κοιτάξτε τι βρήκα" ακούστηκε η φωνή του Μηνά από το βάθος της σπηλιάς. Κοιταχτήκαμε για λίγο όλοι μεταξύ μας. Η κούραση βάραινε τα πόδια μας. Που κουράγιο για νέες περιπέτειες. Τελικά, γυρίσαμε και με γοργό βήμα κατευθυνθήκαμε πάλι προς την σπηλιά.
"Περίμενε Μηνά, ερχόμαστε..."






