
7:00 πμ. Στο ξενοδοχείο όπου διέμενα τα πάντα είχαν ηρεμήσει καθώς άναβα το τελευταίο τσιγάρο του λευκού πακέτου που ήταν στοιβαγμένο πάνω στο κομοδίνο μαζί με το τασάκι και άλλα μικροαντικείμενα. Όταν το ακούμπησα πίσω και γύρισα κατάλαβα ότι είχε πέσει το βλέμμα μου ασυναίσθητα στο μικρό ρολόι που έστεκε στη γωνιά του επίπλου. Επτά. Το ξυπνητήρι ήταν έτοιμο να χτυπήσει και να σηκώσει τον πρώτο όροφο στον αέρα. Διαπίστωσα ότι είχε πλέον ξημερώσει όταν τα άστρα με εγκατέλειπαν αφήνοντας με να ταξιδεύω με ένα βιβλίο στα χέρια μου κάτω από το ημίφως του δωματίου. Είχα αγωνία. Με είχε κυριεύσει και είχε χαραχτεί μέσα στα άυπνα μάτια μου δίχως να μου αφήσει περιθώρια ύπνου. Η υφή της αποστολής που είχα μπροστά μου με τρέλαινε δημιουργώντας στο μυαλό μου μια κλεψύδρα που άφηνε απαλά το νοητό εσωτερικό της να στάζει παράλληλα με την ατελείωτη διαδοχή της νύχτας από τη μέρα.

7:25 πμ. Όλα σκοτείνιασαν εντός του σακιδίου μου όταν έκλεισα το συνθετικό του στόμιο ενώ πριν είχα βάλει μέσα ακόμη ένα φακό και ένα καινούργιο ζευγάρι αλκαλικές μπαταρίες μικρού μεγέθους. Την ώρα που έκλεινα το παράθυρο φάνηκαν τα φώτα πορείας ενός αυτοκινήτου, που διέσχιζε τον παραλιακό δρόμο. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα, την ίδια στιγμή που το ασημί Fiat Punto της Ίζαμπελ πάρκαρε στο ξενοδοχείο, άφηνα πίσω μου την πόρτα του δωματίου έτοιμος να συνθέσω την πιο ονειρική αποστολή της ζωής μου.

8:40 πμ. Καθόταν μόνος του σε ένα μικρό τραπεζάκι, απέναντι από τη στολισμένη με πανύψηλα δέντρα νησίδα στην κεντρική πλατεία του Λαυρίου, την ώρα που μια λεπτοκαμωμένη σερβιτόρα ακουμπούσε στη μέση του τραπεζιού του ένα μεγάλο φλιτζάνι. Οι συζητήσεις που είχαμε πιάσει τον τελευταίο καιρό από το τηλέφωνο ξεπερνούσαν τη μια ώρα μα ως τώρα δεν είχαμε συναντηθεί από κοντά ποτέ. Μέσω του δίτομου έργου του είχα ονειροπολήσει αρκετές φορές ξεφυλλίζοντας σελίδες, συνοδούς του μυαλού σε μια εμπειρία μέσα από τον υπόγειο κόσμο της Ελλάδας και τώρα βρισκόμασταν μόλις λίγα μέτρα μακριά μέχρι που φτάσαμε στο τραπέζι του.

9:00 πμ. Μιλούσαμε με τον Νίκο Λελούδα πίνοντας καφέ όταν προσήλθε στην παρέα μας ένας ακόμη άντρας, με την χαρακτηριστική νυχτερίδα στο στήθος του, κάτω από την οποία ξεχώριζαν τα αρχικά της ελληνικής σπηλαιολογικής εταιρείας. Ο ταξίαρχος Ε.Α. Δημήτρης Χατζηλιάδης, αρθρογράφος αμυντικών περιοδικών και ενεργό μέλος της Ε.Σ.Ε θα ήταν ο δεύτερος καπετάνιος της εξερεύνησης των δαιδαλωδών στοών της Λαυρεωτικής . Εκεί που για πρώτη φορά, η ομάδα Πυθέας θα τολμούσε να εισέλθει.
Οι ολόχρυσες αχτίδες του ήλιου αντανακλούσαν σε όλο το λόφο εκείνη τη μέρα, ακόμα και στο αμάξι του Δημήτρη όταν οι μπροστινές ρόδες του έστριβαν αρμονικά κυλώντας στον ασφαλτόστρωτο δρόμο, σε ένα κενό χρόνου ανάμεσα στις περίτεχνες κατοικίες του Λαυρίου. Ύστερα χάνονταν σιγά σιγά μένοντας μόνες μεταξύ τους δίχως να θέλουν να κοιτούν προς τον προορισμό μας. Θυμάμαι ότι κουβεντιάζαμε μέσα στη ζεστασιά του αυτοκινήτου αγναντεύοντας πίσω από τα θολωμένα τζάμια το καταπράσινο, απέραντο, πυκνό δάσος που μας αγκάλιαζε στο δροσερό πρωινό μιλώντας για πράγματα απρόσιτα γύρω από σπήλαια και άλλα ασυνήθιστα μέρη που είχαν εξερευνήσει κατά καιρούς οι δυο συνοδοιπόροι μας.

1865
Ο Ιταλός μεταλλειολόγος Ζαν Μπατίστα Σερπιέρι αναλαμβάνει την εκμετάλλευση των Σκωριών-περιοχής πολύτιμης της Λαυρεωτικής για την εξόρυξη μεταλλεύματος μολύβδου με την επωνυμία Roux Serpieri- Fressynet για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής εταιρείας γαλλικών κεφαλαίων. Ο ίδιος άνθρωπος, την εποχή εκείνη, έμελε να γίνει το 'μαύρο πρόβατο' της Λαυρεωτικής επεκτείνοντας την επιχείρηση του σε μεταλλεύματα για τα οποία δεν είχε καμιά δικαιοδοσία. Η εταιρεία βάζει λουκέτο ύστερα από την ομαδική δυσανασχέτηση των πολιτών πουλώντας τις μετοχές της στον Έλληνα Ανδρέα Συγγρό ο οποίος σε νόμιμη βάση πλέον συνεχίζει τις εξορύξεις.
Στην περιοχή τα πράγματα κυλούν ομαλά ώσπου ο Serpieri, έντεκα χρόνια αργότερα, επιστρέφει με την επωνυμία της Γαλλικής Εταιρείας βάζοντας πλώρη για την ανόρυξη σύγχρονων για την εποχή σηράγγων που θα συνυπήρχαν με τις αρχαίες ιστορικές στοές. Στόχος του η όρυξη ανθρακικού ψευδαργύρου που αφθονούσε κι αυτά βεβαίως όλα παράλληλα με την κατασκευή εργοστασίων.
Από εκείνη την εποχή και για ένα χρόνο περίπου, η Λαυρεωτική μετατρέπεται σε ορυκτό καρπό για την ελληνική βιομηχανία ώσπου να ρίξει τα φύλλα της ξαφνικά με το κλείσιμο των δύο μεγάλων εταιρειών(1977) κάνοντας βήματα προς την ιστορία κι αφήνοντας πίσω της ένα κομμάτι μεταλλευτικής γης ηλικίας άνω των 5000 ετών! Ύστερα πάγος..
Πάγος, που ίσως πολλές φορές φτάνει ακόμη και στο βλέμμα σου καθώς ατενίζεις τα θηριώδη εκείνα εργοτάξια που σήμερα θυμίζουν σκουριασμένα μεγαλειώδη φαντάσματα που πνίγηκαν μιαν άλλη εποχή από τα χέρια των ανθρώπων. Από τα χέρια που είχαν γεννηθεί. Τώρα κοιμόνται ασάλευτα πλάι στην απέραντη μελαγχολική μοναξιά τους..

11.00 π.μ Δεν πέρασαν πολλά λεπτά από το τελευταίο τρίξιμο των φρένων του λευκού Σεντάν και έπειτα από την υπαίθρια εξοπλιστική προετοιμασία μας, αρχίσαμε να βαδίζουμε συζητώντας ακόμη ανάμεσα στις βουλωμένες από το χρόνο οπές της γης που ομοίαζαν με μισόκλειστα - φτιαγμένα από χώμα μάτια. Στρίβοντας στο κρυμμένο απ'την πυκνή χλωρίδα μονοπάτι ήρθαμε αντίκρυ στο άνοιγμα της θεόρατης επιβλητικής τρώγλης που έστεκε πίσω από τα δέντρα κάνοντας νεύμα στον επισκέπτη της με την αρχέγονη τρομακτική γοητεία της.

Στις 11.30 π.μ είχαμε αφήσει ήδη στο παρελθόν το πέρασμα μας από την είσοδο της. Ο ήχος της λάσπης κατέφθανε στ'αυτιά μας καθώς την πατούσαμε. Ο Νίκος, ρίχνοντας φως στα γκριζοκάστανα τοιχία που μας περιέβαλαν, άνοιγε δρόμο στην τεχνητή στοά που ακολουθούσαμε δίνοντας μορφή στα βάθη του αχανούς διαδρόμου. Ύστερα από τα πρώτα μέτρα γύρω μας, βρεθήκαμε να συναντούμε τις πρώτες διασταυρώσεις από στοές που χάνονταν ολοκληρωτικά προς άλλες κατευθύνσεις και σου έδιναν την αίσθηση ότι βρισκόσουν σ'έναν ατελείωτο χαοτικό λαβύρινθο.

Συνεχίσαμε να προχωράμε με σειρά άρτια στην αρχική μας κατάταξη - ο ένας πίσω απ'τον άλλο. Η επικινδυνότητα του χώρου είχε κυριαρχήσει εξαρχής δίνοντας μας την εντύπωση πως οτιδήποτε και αν συνέβαινε λάθος, αυτομάτως θα αναγκαζόμασταν να παίξουμε σε ταινία επιβίωσης με πρωταγωνιστές τους εαυτούς μας. Κάπου κάπου επάνω στη διαδρομή συναντούσαμε υπόγεια πηγάδια κρυμμένα μέσα στη λάσπη που οδηγούσαν σε μακρινά κατώτερα επίπεδα. Σε μερικά σημεία ο χώρος πλάταινε και συνηθίζαμε προς στιγμήν να σταματάμε, θαυμάζοντας το μεγαλείο του λαβυρίνθου. Έπειτα από λίγο, βρεθήκαμε να πατάμε πάνω σε σκουριασμένες, ημικατεστραμένες ράγες φτάνοντας μπροστά σε μια διασταύρωση όπου αντικρίσαμε το πηγάδι του Serpieri.
Προτού συνεχίσουμε την πορεία μας, σταθήκαμε να παρατηρούμε με θαυμασμό το πανύψηλο μεταλλικό δημιούργημα ανηφορίζοντας μάλιστα στα πρώτα μέτρα μιας εκ'των στοών που μας οδήγησε σε ένα μεγάλο παραθυράκι' απ'όπου είχαμε τη δυνατότητα να κρυφοκοιτάξουμε το μεγάλο του βάθος.
Επανερχόμενοι στην αρχική μας τροχιά, μπήκαμε σε διαδικασία χαμήλωσης των σωμάτων μας, καθώς ο διάδρομος στένευε και μας ανάγκαζε να ρίχνουμε ολοκληρωτικά την προσοχή μας στο σαθρό ταβάνι που έγερνε τρομακτικό πάνω από τα κράνη μας.

Τα όνειρα δύσκολα υλοποιούνται. Ακόμη κι εκείνα τα οποία φαντάζουν σαν σκέψεις μονάχα ή προτάσεις του εαυτού μας για εμάς, είναι αλήθεια ότι σπανίως αγγίζουν την αληθινή 'μαγεία' ενός ψεύτικου και ουτοπικού ονείρου γεννημένου από τον ύπνο. Κατόπιν του περάσματος μας από τη στενή, στηριγμένη με ραγισμένες λαμαρίνες σήραγγα, ήλθαμε πρόσωπο με πρόσωπο μ' ένα θεσπέσιο δημιούργημα της φύσης. Μια εικόνα που μόνον στην αγκαλιά του Μορφέα θα μπορούσε να έχει πλαστεί.
Λόγια ξεπήδησαν στον νου μου απ' τον παλιό καιρό, κάποιου μακρινού φίλου ο οποίος όταν μιλούσαμε αναφερόταν συχνά στα όνειρα. Και ακόμη, το πρόσωπο του φαντάζει βλοσυρό μέσα στη μνήμη του μυαλού μου καθώς τον ακούω σαν ένα 'ριμέικ' παλιάς, ηχητικής κασέτας να ισχυρίζεται πως για να ζήσεις με ανοιχτά μάτια ένα όνειρο θα πρέπει να φτάσεις, εκεί όπου κανείς έως τώρα δεν έχει πλησιάσει..
Ο ενθουσιασμός των προσώπων μας ήταν φανερός καθώς ανταλλάζαμε βλέμματα, ενώ κοιτούσαμε τα πολύχρωμα, ονειρικά παγωμένα μέταλλα που χύνονταν ένα ένα προς τις άκρες του δαπέδου. Ένα κομμάτι των ιδιοτήτων της φύσης φάνταζε ζωντανό μπροστά στα μάτια μας. Στα μάτια ,που έπειτα από λίγο δυσκολεύτηκαν να πάψουν να κοιτούν τους στολισμένους με απεριόριστα χρώματα σταλακτίτες, που κάποτε, με τη μορφή που ο άνθρωπος τους είχε δώσει, στήριζαν τις ετοιμόρροπες μεριές των μεταλλείων.

13.00 μ.μ Η μία ράγα από τις παράλληλες γραμμές των βαγονέτων που ένωναν τις δυο λασπώδεις άκρες του διαδρόμου, είχε σχεδόν καταρρεύσει. Κάτω απ'τις ράγες χωρίζοντας απότομα το χώμα στη μέση, συναντήσαμε ένα ακόμη αρχαίο πηγάδι που μάλλον οδηγούσε σε κατώτερα επίπεδα. Με τις παλάμες μας να κρατούν σφιχτά τα πέτρινα πιασίματα της οροφής και πατώντας προσεκτικά στη διαβρωμένη απ΄το χρόνο σιδηρογραμμή, συνεχίσαμε την πορεία μας προς τα βάθη της στοάς στην οποία πριν από ώρες είχαμε εισέλθει. Λίγα δευτερόλεπτα έπειτα πατούσαμε ξανά στο χώμα.
13.30 μ.μ Η ατμόσφαιρα είχε βαρύνει. Η αίσθηση ότι αναπνέαμε πλέον με δυσκολία μας τρόμαζε και η κόπωση, όσο περνούσε η ώρα, άνοιγε διστακτικά αυλάκια στα ιδρωμένα πρόσωπα μας. Ο δρόμος της επιστροφής φάνταζε κοντινός πια, αν και εξαιρετικά μακρινός. Ύστερα, ο φωτισμός μας έπεσε σ'ένα κτίσμα που περιέργως ένωνε τα μέρη του με τον υπόλοιπο χώρο.

Σαν θολός το μέρος που στεκόμασταν, είχε κάποτε τη λειτουργία στάβλου. Κατόπιν της περιφοράς μας για λίγη ώρα στο χώρο, ακουμπήσαμε τον εξοπλισμό δίπλα μας για να ξαποστάσουμε. Το ριμέικ της ηχητικής κασέτας έκανε μια επανεμφάνιση στο νου μου κι ύστερα έσβησε γλυκά, όταν το διαδέχτηκε η φωνή του Νίκου που αντιλάλησε στο χώρο, καθώς άρχιζε να μας μιλά για γεγονότα που συνέβησαν μέσα στον τόπο αυτόν. Στις υπέροχες εκείνες στιγμές χαλάρωσης και αναγκαίας ξεκούρασης, με ένα μπουκαλάκι μαυροδάφνης να μας να μας ζεσταίνει, καθίσαμε εκεί στη σιγαλιά του στάβλου περίπου δυόμιση χιλιόμετρα μέσα στη γη, συζητώντας για πράγματα ξεχασμένα καλά από την ιστορία. Μια ιστορία που ο γνωστός σπηλαιολόγος μας διηγήθηκε, σμίγοντας όμορφα τις σκέψεις μας με τον υπέροχο κόσμο των στοών .Τον κόσμο που ζει πλέον μέσα στη δική του μοναχική αορατότητα - εκείνη που εξελίχθηκε στα χρόνια που ο άνθρωπος τον άφηνε, μέχρι να έλθει η στιγμή που θα τον ξεχνούσε μια για πάντα

ΥΓ1: H αποστολή στα αρχαία λατομεία του Λαυρίου συντελέστηκε από τους: Λελούδα Νίκο (ΕΣΕ), Χατζηλιάδη Δημήτρη (ΕΣΕ), Τσαπόγα Μίλτο (Ο.Π-Κane), Λουκοπούλου Εύη (Ο.Π- Isabel)

ΥΓ2: Οι στοές της Λαυρεωτικής έχουν σε μεγάλο μέρος τους εξερευνηθεί από την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία και τον Νίκο Λελούδα αν και είναι αδύνατο να χαρτογραφηθούν πλήρως. Η είσοδος και διαμονή σε αυτές είναι άκρως απαγορευτική για άτομα που δεν διαθέτουν τουλάχιστον τις απαραίτητες σπηλαιολογικές γνώσεις.
ΥΓ3: Για μια εικόνα της περιοχής μεσα από την ιστορία και την επιστημονική έρευνα αναζητήστε το πρώτο μέρος του δίτομου έργου του Ν.Λελούδα Υπόγεια Ελλάδα (Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις)











