ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/explorers.gr/Αρχαιολογία
explorers.gr·2007·Τσαπόγας Μίλτος(Kane)

Κάστρο Χλεμουτσίου

Αρχικός Τίτλος: Χλεμούτσι, το κόσμημα των Γάλλων ιπποτών στο Μοριά.

«Στον αναβιωτή της ψυχής των Ελληνικών Κάστρων, Νικόλαο Κουμαρτζή.»
Μίλτος Τσαπόγας


Για το Χλεμούτσι τι να πεις; Τα' γραψε όλα με πένα ιπποτική η ιστορία. Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς των Κάστρων που' θρεψε η γη η Ελληνική έπιασαν κι έγραψαν για κείνο. Αν το καστέλι είχε μιλιά, πολλά θα' λεγε για αυτούς, πως ήτανε μεγάλοι και τρανοί. Επειδή εκείνοι, το λησμονούσανε σε εποχές μεγάλης μοναξιάς για το Καστέλι. Και κάθονταν και γράφανε για τους θρύλους και για τα γεγονότα που είχανε μεσ' τα θεόρατα τειχιά του γίνει.
Ας πούμε όμως κι εμείς λίγα πράματα για αυτό.

Το Χλεμούτσι, άρχισε να θεμελιώνεται στα 1220 και γιγαντώθηκε σε τρία χρόνια. Κτήτοράς του ήταν ο Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος Β' πρωτότοκος γιός του Γοδεφρείδου Βιλεαρδουίνου Α', εκείνου του πανούργου ιππότη της Φραγκιάς που με την πονηριά του κατάφερε να κερδίσει μια ολάκερη ηγεμονία. Πολλά θα θέλαμε να πούμε για τους Βιλεαρδουίνους, και περισσότερα σίγουρα για τον μικρότερο, τον «Πρίγκιπα Γυλιάμο» αλλά δεν είναι λόγια για τούτο το κείμενο. Το Φρούριο είναι χτισμένο επάνω σ' ενα λόφο, που τ' όνομα του είναι Χελωνάτα. Τον βάφτισαν έτσι γιατί αν τόνε κόψεις με το βλέμμα σου από μακριά σου μοιάζει με Χελώνα. Είναι ορθωμένος σε μικρή απόσταση, από την Κυλλήνη στο νομό της Ηλείας.


Αγναντεύοντας από μακριά το λόφο Χελωνάτα και το σκαρφαλωμένο επάνω του μεσαιωνικό καστέλι.


Τις εποχές εκείνες, όταν τα σπιρούνια των Γάλλων ιπποτών πατούσανε τα Ελληνικά χώματα, λέγεται πως το Χλεμούτσι ήτανε το ομορφότερο μεσαιωνικό στολίδι που' χε να επιδείξει ο Μοριάς, ανάμεσα σε τόσα και τόσα Καστέλια που εσήκωναν τα πέτρινα κορμιά τους. Τα ονόματα που του' δωσε ο λαός πληθώρα. Κάστρο Χλεμούτσι το είπαν αρχικά, παραφράζοντας το όνομα του λόφου που το βαστάει. Οι Γάλλοι το' πανε Κλερμόντ (Clermont Castle) που στη γλώσσα τους σημαίνει φωτεινό, κι έπειτα Σατώ Τουρνουά (Chateau Tournois) και Καστέλ Τορνέζε (Castel Tornese), γιατί σε χώρο του φρουρίου είχε ο Γοδεφρείδος κάμει νομισματοκοπείο μοναδικό, με φούρνους που' λιωναν τον άργυρο κι έκαμαν τα τορνέζια, που τ' όνομά τους πήρανε από την πόλη Τουρ της Γαλλίας, γιατί εκεί κόβονταν από χρόνια τέτοια. Αξίζει κανείς που ασχολείται, να ξεσκονίσει, πονήματα σαν του Γκίκα ("Κάστρα-Ταξίδια"), του Παραδείση ("Φρούρια και Κάστρα της Ελλάδος") ή του Σφηκόπουλου ("Τα Κάστρα του Μορηά") για να συλλέξει πληθώρα πληροφοριών για το Καστέλι.


Δίχως σχόλια..


Ο επιφανής Έλληνας «ταξιδευτής κι ονειροπόλος» Φώτης Κόντογλου, σε μια σελίδα του στον "Καστρολόγο" έγραψε δυό αράδες για το καστέλι του Μοριά που σε ανατριχιάζουν:
«Χλεμούτζι. Σπουδαίο ΚΑΣΤΡΟ, πολύ γερό και ξακουσμένο κοντά στην Ανδραβίδα. Τρία χρόνια το' χτιζε ο Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος. Γης έρημη και χέρσα το ζώνει με κάτι μικρά χαμοβούνια. Είναι θεμελιωμένο απάνω σε βράχο και στέκεται παράξενα απάνω σ' ένα έρημο ψήλωμα. Ανάμεσα στο Χλεμούτζι και στον κάβο Πάπα η γης είναι χαμηλή και γεμάτη βάλτα, κοντά στη θάλασσα, σαν έρημος βουβή. Έχει το κάστρο και λίγα σπίτια σά χωριό από κάτω, πλην σήμερα έρημα. Το βουνό του κάστρου είναι το πιό υψηλό στον ίσιο τόπο. Κοντά στον κάβο Χελωνάτα. Μεγάλες γαλαρίες μέσα, σκαμμένες στο βράχο, με κάμαρες φράγκικες. Καλοκτισμένο. Ο Ιμπραήμ το τρύπησε σε πολλές μεριές με το κανόνι, αλλά πάλι στέκεται καλά. Τόπανε οι Φράγκοι Κατά Γκριφόν, δηλαδή καταπάνω των Ελλήνων. Καστέλ Τορνέζ, επειδή κόβανε νομίσματα Τορνέζια. Μέσα στη φυλακή του κάστρου κλείσανε τον Ασάνη, ηγεμόνα της Αχαΐας. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος το είχε πάρει προίκα από τη γυναίκα του Θεοδώρα Τόκκου. Έπειτα πήρε με πόλεμο και την Πάτρα.»
[Φώτη Κόντογλου, Ο Καστρολόγος, εκδόσεις Αρμός]



Περνώντας τα εξωτερικά τείχη, συναντάμε το κυρίως κάστρο.


Μα για να ανατριχιάσεις περισσότερο θα πρέπει να διαβάσεις εκείνα που διατήρησε στις «Παραδόσεις» του ο Νικόλαος Πολίτης, δυό θρύλους που ζώνουνε το κάστρο, για να σε ταξιδεύουν όταν τους ακούς στα παιδικά τα χρόνια. Στα χρόνια που το στέμμα της ψυχής σου φορούσε η φαντασία.

Η ΝΕΡΑΙΔΑ ΜΑΝΑ:
«Ήσαν δυο Νεράιδες αδερφάδες και όταν επέθανε ο πατέρας τους, εμοιράσανε τα κάστρα: η μια πήρε το Χλομούτσι και η άλλη το Σανταμέρι. Και οι δύο αδερφάδες είχαν μια χαρά και μια λύπη καθεμία. Η νεράιδα που πήρε το Χλομούτσι ελυπόταν γιατ' ήταν άσκημη, μα εχαιρόταν γιατ' είχε παιδιά. Κι όταν εσσυλογίζονταν την ασκημιά της, είχε για παρηγοριά πως τα νιάτα της τα 'δωκε στα παιδιά της.
Μα η άλλη, η νεράιδα του Χλομούτσι, τι να ειπεί και πως να παρηγορηθεί; Μια ημέρα που πήγε στο Σανταμέρι να ιδεί την αδερφή της, της ζήτησε να της δώσει ένα της παιδί, να το 'χει συντροφιά. Η αδερφή της, με τα πολλά, της έδωκε στο ύστερο ένα κορίτσι της πολύ όμορφο και που το αγαπούσε πολύ. Το πήρε εκείνη και το πήγε στο Χλομούτσι.
Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή της ούτε την κόρη της είδε πια η άσκημη. Χάνει μιαν ημέρα την υπομονή και κινάει και πάει στο κάστρο του Χλομούτσι, χτυπάει τις πόρτες, μα δεν της άνοιξαν, γιατί η αδερφή της δεν ήθελε να της το δώσει πίσω το κορίτσι, παρά ήθελε να το έχει αυτή, να παίζει, να γελά μαζί του. Πάει και πάλι η μάνα, χτυπιέται έξω και δέρνεται, το ίδιο.
Και τώρα ακόμη δεν έχασε τη ελπίδα, και πηγαίνει συχνά στο κάστρο με το σκοπό να πάρει την κόρη της. Και πηγαίνει πάντα με χαρέ και με γέλια, με τραγούδια και παιγνίδια τόσο γλυκά, που όλος ο κόσμος γύρω, όλος ο κάμπος, δεν σείεται, δεν αναδεύεται. Μα σαν κουραστεί η άσκημη μάνα χτυπώντας τους τοίχους του κάστρου και βραχνιάσει από τις φωνές και το κλάμα, θυμάται και τ'άλλα της παιδιά και γυρίζει πίσω στο Σανταμ΄ρι. Μα στο γύρισμά της δεν είναι η χαρούμενη μάνα που πάει να πάρει το παιδί της, παρά οργισμένη νεράιδα, σίφουνας δυνατός, που στο διάβα του συνεπαίρνει ό,τι τύχει, και ακούεται στον άλλο κόσμο το κλάμα της.»

[Νικόλαου Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, εκδόσεις Γράμματα]





Εικόνες από τα τείχη του Χλεμουτσίου.


Ο ΑΝΗΛΙΑΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΗΛΙΑΣΤΗ:
«Στο Χλουμούτσι ήταν μια όμορφη βασιλοπούλα, που την αγαπούσε το βασιλόπουλο της Παλιόπολης. Το βασιλόπουλο αυτό το λέγαν Ανήλιαστο, γιατί ποτέ δεν το έβλεπε ο ήλιος ούτε το φως της ημέρας, κι ήταν η μοίρα του, αν ήθελε το ιδεί ο ήλιος, να μαρμαρωθεί. Το ίδιο και η βασιλοπούλα, και για τούτο την έλεγαν κι αυτή Ανήλιαστη. Για να βλέπουνται, έκαμαν ένα λαγούμι από την Παλιόπολη ώς το Χλουμούτσι, και πήγαινε το βασιλόπουλο και την αντάμωνε στο Χλουμούτσι. Μια φορά όμως, κει που γύριζε το βασιλόπουλο στο παλάτι του, έτυχε να βρεθεί όξω από το λαγούμι την ώρα που έκραζε ο πετεινός, και το πήρε η ημέρα και μαρμαρώθηκε. Και βρίσκεται ακόμη μαρμαρωμένο μέσα στο λαγούμι που έτρεξε να μπει. Πολλοί εδοκίμασαν και μπήκαν μέσα στο λαγούμι για να παν' από την Παλιόπολη ώς το Χλουμούτσι, για να βρούν το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο, μαζί μ'αυτούς ήταν κι ένας παπάς. Αλλά, θέλεις από το πολύ σκοτάδι, θέλεις από φόβο, εφοβήθηκαν κι εγύρισαν πίσω.»
[Νικόλαου Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, εκδόσεις Γράμματα]


Δικαίως λοιπόν, αναρωτιότανε στο έπος του ο Γκίκας:
«Αλλά ποιά ήταν η Παλιόπολη που αναφέρει ο θρύλος; Είναι τα ερείπια της αρχαίας Ήλιδας; Γιατί όχι, αφού οι ελληνικοί θρύλοι έχουν μια διαχρονικότητα, ξεκινάνε απ'την απώτατη αρχαιότητα και φτάνουν στο μεσαίωνα και στην τουρκοκρατία. Και ποιο ήταν το βασιλόπουλο; Και ποιά η βασιλοπούλα; Κάποιος αρχαίος ήρωας, κάποιος Βιλλαρδουίνος, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος; Κάποια αρχαία μυθική βασιλοπούλα, η Ιζαμπώ, η Θεωδόρα;
"Ο μύθος κρύπτει νουν αληθείας", είχε πολύ σωστά πει ο Ανδρέας Κάλβος.»

[Γ.Π.Γκίκα, Κάστρα-Ταξίδια, εκδόσεις ΑΣΤΗΡ]



Στις πολεμίστρες.


Το Χλεμούτσι όμως, έζησε και πολέμους κάμποσους όπως όλα τα Καστέλια. Λένε ότι κάποτε για να διαβείς την πύλη του, έπρεπε να βαδίσεις σε μια γέφυρα που' πεφτε πάνω από μια τάφρο. Τάφρος σήμερα δεν υπάρχει, μα η φαντασία θα μπορέσει να την κάμει άμα το θελήσει όταν βρεθείς εκεί. Ιππότες απ' όλες τις φάρες, ανατολής και δύσης στρωνόντουσαν, στους περιβόλους και στα καστρότειχα, ώσπου η μοίρα να το αποφασίσει, το θρυλικό οχυρό των Σταυροφόρων να μείνει στους Τούρκους. Σειρά είχαν οι Βενετοί, ξανά οι Τούρκοι και τελικά οι Έλληνες. Μέχρι κι ο Ιμπραήμ επέρασε και το πολιόρκησε, με τις ορδές των αγριανθρώπων του, όταν στα τείχη του τριγύρναγαν σαν διαβοβλεμένοι, οι διψασμένοι για τη λευτεριά ρωμιοί Κι όλοι αυτοί, σε διάστημα αιώνων. Από τα μέσα του δέκατου τρίτου έως τα τέλη της επανάστασης των γιγαντόψυχων θεριών του εικοσιένα.

Κλείνω το κεφάλαιο αυτό με λίγα λόγια αυθεντικά από το Χρονικό του Μορέως που ναι βγαλμένα από το στόμα του Πρίγκιπα Γουλιέλμου της Αχαΐας (προς τους ιππότες του), λίγο πριν δώσει τη μάχη με τους Βυζαντινούς στο Μακρυπλάγι. Έτσι, σαν γεύση εποχής ας πούμε, από τα χρόνια εκείνα τα ρομαντικά των ιπποτών και των αλόγων. Σαν μια ελάχιστη γεύση από τα χρόνια της ανδρείας...

«'Aρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, να εξεύρετε 'ς αλήθειαν,
τι ο αδελφός του βασιλέως με τα φουσάτα, όπου έχει,
εδώ εις τούτα τα βουνία κ' εις τούτες τές κλεισούρες,
όπου υπαγαίνομεν ημείς, εδώ μας αναμένει.
διά τούτο σας παρακαλώ να το έχετε στον νου σας,
μή έλθουν αφνίδια απάνω μας, τίποτε κροτιστήτε,
αλλά ως άνθρωποι φρόνιμοι όπου είστε και στρατιώτες
στερέα σταθήτε εις πόλεμον ως άνθρωποι αντρειωμένοι,
να επάρετε το έπαινος απ'όλον το φουσσάτο.
επεί-ο Θεός μή το έποικεν!-εάν μας παρατρέψουν,
εχάναμεν τον πόλεμον κι όλον το πριγκιπάτον.
Κ'εκείνοι γαρ, ως το ήκουσαν, υπόσχεσιν του εποίκαν
του ν'αποθάνουν ενομού διά την τιμήν του όλοι.»

[ Αγνώστου, Το χρονικόν του Μορέως, εκδόσεις ΕΚΑΤΗ]





[Επιπλέον φωτογραφίες:]











Το καστέλι «καλά κρατεί». Αν και έχει γκρεμιστεί σε αρκετά σημεία, δεν παύει να είναι ένα από τα πιο θαυμαστά μεσαιωνικά στολίδια του τόπου μας.







Φράγκικα σύμβολα εκτεθειμένα. Τα συναντάμε στον περίβολο του κάστρου.



Φωτογραφίζοντας από ένα ψήλωμα τα εξωτερικά τείχη του φρουρίου.



Δίχως σχόλια..



Μια όμορφη εικόνα από τη συνεργασία κάστρου, φακού, φύσης και φωτογράφου.




[Πηγές:]
* Αγνώστου, Το χρονικόν του Μορέως, εκδόσεις ΕΚΑΤΗ.
* Αλεξ. Παραδείση, Φρούρια και Κάστρα της Ελλάδος, εκδόσεις Ευσταθιάδης.
* Γ. Π. Γκίκα, Κάστρα-Ταξίδια, εκδόσεις ΑΣΤΗΡ.
* Γουίλιαμ Μίλλερ, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
* Νικόλαου Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, εκδόσεις Γράμματα.
* Φώτη Κόντογλου, Ο Καστρολόγος, εκδόσεις Αρμός.


explorers.gr