Σε ετούτο το κείμενο λοιπόν θα πιάσουμε να ιδούμε δύο κάστρα που γειτονεύουν μεταξύ τους τα οποία στέκονται από διαφορετική εποχή το καθένα στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Ναβαρίνου. Για αρχή θα παρακολουθήσουμε εν συντομία την ιστορία του νεότερου αλλά και διασημότερου κάστρου της περιοχής, του Νιόκαστρου, και στη συνέχεια θα ταξιδέψουμε λίγα χιλιόμετρα μόλις μακριά από εκείνο, σιμά στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, για να περιηγηθούμε και στο Παλαιόκαστρο, ένα από τα σημαντικότερα φρούρια που ορθώθηκε επί φραγκοκρατίας στο Μοριά.
Νιόκαστρο: Ένας ακοίμητος λίθινος στρατιώτης των άλλοτε κατακτητών της Πύλου.
Το Νιόκαστρο της Πύλου ή νέο Ναβαρίνο όπως συχνά έχει ειπωθεί, βρίσκεται κοντινά στην είσοδο του λιμανιού της Πύλου, μια θέση διόλου τυχαία καθότι με τον τρόπο αυτό παραφυλούσε μπροστά από τη θάλασσα προστατεύοντας την περιοχή και κυρίως το εσωτερικό του, από εχθρικές ενέργειες οι οποίες θα προέρχονταν από εκείνη. Η τοιχοδομία του υποδεικνύει ότι πρόκειται για κάστρο καθαρά τουρκικής κατασκευής ενώ θα πρέπει να κτίστηκε περί τα μέσα κι έπειτα του 16ου αιώνος, λίγο αργότερα από τη ναυμαχία της Ναυπάκτου. Όπως γνωρίζουμε όμως, κάθε κάστρο, ιδίως σε μια χώρα πέρασμα όπως η Ελλάδα, μέσα στους αιώνες των πολέμων αναγκαστικά έχει δεχτεί παρεμβάσεις από πληθώρα λαών που με τον ένα ή τον άλλoν τρόπο το κονόμησαν. Έτσι ακριβώς και το Νεόκαστρο, αφού γεννήθηκε από τα χέρια των Τούρκων πέρασε στην κατοχή των Ενετών το έτος 1686 με τη μεγάλη εκστρατεία του στρατηγού Τhoma Morozini. Κατά την περίοδο της ενετικής κατοχής του η οποία κράτησε μέχρι το καλοκαίρι του 1715 έτος ανακατάληψης από τους Τούρκους, χτίστηκε στο νέο Ναβαρίνο και η θεσπέσιας ομορφιάς ακρόπολη από τις επάλξεις της οποίας μπορεί κανείς να θαυμάσει το γραφικό ξερονήσι της Σφακτηρίας. Αλλά και το τζαμί που ο περιηγητής με ευκολία θα ιδεί στα δεξιά του λίγο μετά την είσοδό του στο κάστρο, μέσα στα χρόνια της κατοχής του τελευταίου από τους βενετσιάνους μετατράπηκε σε χριστιανική εκκλησία, υιοθετώντας την ονομασία «Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος». Οι περιπέτειες του οχυρού συνεχίζονται και με τα Ορλοφικά, όταν οι Ρώσοι του Ορλόφ με πρωτεργάτη τον ταξίαρχο Αννίβα(ήτο Ρώσος καταγόμενος από την Αφρική) σε συνεργασία με τον ξεσηκωμένο ελληνικό λαό το κατέλαβαν. Αλλά οι Ρώσοι κάποια στιγμή θα φύγουνε κι εκείνοι και το ταλαιπωρημένο καστέλι θα ξαναγυρίσει στους Τούρκους και όλο και προχωρούμε προς τα χρόνια της επανάστασης του γένους.
’νοιξη του 1821 και οι επαναστάτες Έλληνες στήνονται έξω από τα ψηλά τειχιά με τις χοντροκαμωμένες πολεμίστρες του Νιόκαστρου έτοιμοι για την ιστορική έφοδο. Ο τουρκικός στρατός όσο κι αν πολεμούσε για να το κρατήσει σιγά σιγά λυγίζει. Οι Έλληνες, με αρχηγό τον Γ. Οικονομίδη, τρεις μήνες έπειτα, καταφέρνουν και περνούν τους τούρκους από σπαθί, καταλαμβάνοντας το παραθαλάσσιο φρούριο. Τέσσερα χρόνια το κρατούν. Στον ορίζοντα παρουσιάζεται ο αιμοσταγής αιγύπτιος Ιμπραήμ. Το κυριεύει και το κρατά για τρία έτη ώσπου το καστέλι θα παραδοθεί τελικά στο γενναίο Γάλλο στρατηγό Μαιζόν. Θα περάσει ένας αιώνας και πλέον, όταν οι πύλες του παλαιού τούρκικου φρουρίου θα ανοίξουν για να περάσουν οι ιταλοί και να εγκαταστήσουν εκεί στρατηγείο (12/7/1941). Τελικά ύστερα από δύο χρόνια, το παίρνουν οι Γερμανοί αφού πρώτα θα συνθηκολογήσουν με τους πρώτους, και το κρατάνε μέχρι τις 2/9/1944 οπότε παίρνουν μια για πάντα δρόμο.
Τα παραπάνω που σας έγραψα όμως δεν είναι παρά κάποια γενικά στοιχεία για το χρονικό του κάστρου, γι αυτό φρονώ πως άξιο θα είναι όσοι ενδιαφέρεστε να ανατρέξετε στα ιστορικά βιβλία για το αντικείμενο ώστε να ενημερωθείτε αναλυτικότερα.
Ας δούμε τώρα τι έχει να μας ειπεί από την ιστορία αλλά και την παράδοσή του, το παλαιότερο καστέλι του Ναβαρίνου, το καμωμένο από τους Φράγκους σταυροφόρους ιππότες Παλαιόκαστρο.
Παλαιόκαστρο: Το πρώτο και ξεχασμένο.
Ο ισχυρός γαλλικής καταγωγής μεγαλοβαρόνος σταυροφόρος Νικόλαος II de Saint Omer, ο αποκαλούμενος από τον ελληνικό πληθυσμό «Σανταμέρης» και «γερονικόλας», ήταν εκείνος που έχτισε αυτό το κάστρο, το οποίο γνωρίζουμε σήμερα ως Παλαιόκαστρο Πύλου ή Παλαιό Ναβαρίνο. Ποιος ήταν όμως αυτός ο Σανταμέρης; Ας απαντήσουμε ευθύς: Ο Νικόλαος ο II ήταν ο επί φραγκοκρατίας δεύτερος κατά σειρά αυθέντης της Θήβας. Εκεί ο πατέρας του, ο πρώτος αυθέντης της πόλεως Μπελάς ντε Σαιντ Ομέρ είχε χτίσει από τα πλούτη της γυναίκας του πριγκίπισσας Μαρίας(θυγατέρας του βασιλέα της Αντιόχειας και Τρίπολης Βοημούνδου VI),ένα από τα πιο εξακουσμένα κι ομορφότερα κάστρα της εποχής, το οποίο και βαπτίσθηκε με την ονομασία του πάμπλουτου κτήτορά του. Για τούτο το κάστρο, ή μάλλον για ότι απέμεινε μέχρι τις μέρες μας από εκείνο, θα μιλήσουμε αναλυτικότερα μιαν άλλη φορά, όταν θα το περιηγηθούμε. Ο Μπελάς πεθαίνει και ο Νικόλαος κληρονομεί τη βαρονία. Έπειτα από πολλά έτη κι αφού η πρώτη του γυναίκα αποθνήσκει, ο μεγάλος αυθέντης(αποκαλούμενος «γερονικόλας» πλέον λόγω της ηλικίας του) παντρεύεται τη χήρα του μέγα Πρίγκιπα της Αχαΐας Γουλιέλμου Βιλεαρδουίνου, ’ννα Αγγελίνα Κομνηνή και γίνεται αυτόματα κύριος διαφόρων κτήσεων στην Πελοπόννησο. Μια από τις κτήσεις εκείνες ήταν και η θέση όπου αποφάσισε να θεμελιώσει το κάστρο του «Παλαιού Ναβαρίνου». Και το έκαμε με τη χαρακτηριστική τοιχοδομία των σταυροφορικών κάστρων, με τις αγγελοκάμωτες λεπτοδουλεμένες πολεμίστρες σε σχήμα «v» που φέρνουνε γλυκά στο νου του κάθε πολυταξιδεμένου το περίφημο κάστρο των ιπποτών της Ρόδου.
Το λοιπόν, το καστέλι μετά το θάνατο του Γερονικόλα, έρχεται στην κυριότητα του ανεψιού του Νικόλαου του III, πρωτοστράτορα της Αχαΐας, αλλά η μοίρα του ήθελε να ακολουθήσει τη γνωστή ιστορία όλων των ελληνικών καστελιών. Στα 1381 το κυριεύει η ισπανική εταιρία των Ναυαρραίων, ύστερα από μισό αιώνα οι Βενετσιάνοι, μετά οι Τούρκοι και πάει λέγοντας.
Σήμερα το παλαιό φρούριο παρόλο που λησμονήθηκε και η ιστορία του παραμένει σε πολλούς άγνωστη(ακόμα είναι η αλήθεια ότι χαρακτηρίζεται από ανθρώπους που γράφουν για εκείνο ως Ενετικό), παραμένει στεκούμενο σε μια κατάσταση η οποία συγκριτικά με άλλα φράγκικα κάστρα της Πελοποννήσου είναι άριστη. Παρά ταύτα, παραμένει στο περιθώριο και τούτο πιθανότατα λόγω της αποστάσεως που το χωρίζει από την πόλη της Πύλου. Έτσι, όλη η διαφήμιση θα λέγαμε ότι έχει δοθεί στο προηγούμενο κάστρο που είδαμε, το Τούρκικο Νιόκαστρο. Ξέχωρα όμως από την ιστορία του Παλαιόκαστρου ο βραχώδης λόφος στην ακροθαλασσιά που λειτουργεί ως βάση του, έχει και άλλα θαυμαστά να μας ειπεί. Απάνω στις απότομες πλαγιές του ακρωτηρίου, κάτω ακριβώς από το τελευταίο κομμάτι του κάστρου, βρίσκεται κρυμμένο ένα σπήλαιο που οι ντόπιοι έχουν συνηθίσει να το επονομάζουν «Σπήλαιο του Νέστορα». Ίσως διόλου τυχαία, καθότι εν γνώσει μας είναι πως στα αρχαία χρόνια κατά την εποχή του Ομήρου, ο Νέστωρ ο οποίος είχε λάβει συμμετοχή στον πόλεμο εναντίων των Κενταύρων και των Λαπιθών, στην αργοναυτική εκστρατεία, τον Τρωικό πόλεμο και άλλα μυθικά και μη σπουδαία γεγονότα, υπήρξε βασιλιάς της Πύλου. Η σπηλιά έχει και το θρύλο της και με αυτόν θα κλείσουμε κι ετούτη την περιήγησή μας: Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση μέσα στη σκοτεινή της αίθουσα, ο παμπόνηρος θεός Ερμής -μικρός όταν ήταν ακόμη-, οδήγησε τις πενήντα αγελάδες τις οποίες είχε ευκαιρήσει να κλέψει στον Όλυμπο από τον Απόλλωνα. Όταν ο τελευταίος το αντιλήφθηκε γύρισε τον κόσμο ανάποδα για να τις ανακαλύψει. Κι όταν τις ήβρε, έπιασε τον κατεργάρη ζωοκλέφτη και τον οδήγησε στον πατέρα των θεών Δία για να πληρώσει το αδίκημα. Για να γλιτώσει ο Ερμής την τιμωρία, έβγαλε μια λύρα που πρωτύτερα είχε φτιάξει και άρχισε να παίζει με σκοπό να μαγέψει τον εξοργισμένο Απόλλωνα ώστε να λήξει η παρεξήγηση. Και το κατάφερε, μάλιστα κερδίζοντας και το κοπάδι, γιατί τόσο είχε μαγευτεί από το παίξιμό του ο φωτοδότης των θεών, που αντάλλαξε τα πενήντα ζωντανά που κάποτε φύλαγε με τη λύρα.
Βιβλιογραφία:
William Miller: Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, Ελληνικά Γράμματα.
Ιωάννου Θ. Σφηκόπουλου: Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μοριά.
Αλεξ. Παραδείση: Φρούρια και κάστρα της Ελλάδος, Ευσταθιάδης
Γιάννη Γκίκα: Κάστρα Ταξίδια τ.IV, Αστήρ.

Κανόνια, κανονιόμπαλες και παλαιές άγκυρες στο Νιόκαστρο της Πύλου.

Πύλος-Νιόκαστρο: Στην είσοδο της Ακρόπολης.

'Aποψη των τειχών του Νιόκαστρου και της βραχονησίδας της Σφακτηρίας.

Προμαχώνας και φυλάκιο στο Νιόκαστρο της Πύλου.

Πύλος-Νιόκαστρο: Είσοδος στοάς που ενώνει τα τείχη της Ακρόπολης με τον περίβολό της.


Νιόκαστρο: Η εκκλησία της Μεταμορφώσεως μέσα στο κάστρο. Χτίστηκε από τους Τούρκους λειτουργώντας αρχικά ως τζαμί κάτι που είναι ολοφάνερο στην αρχιτεκτονική του.

-

Φτάνοντας στο παλαιόκαστρο(παλαιό Ναυαρίνο).

Παλαιόκαστρο: Το κάστρο των Γάλλων ιπποτών αντίκρυ στο γνωστό και αναπαλαιωμένο Νιόκαστρο.

Η είσοδος του Παλαιόκαστρου.




Απόψεις από το εσωτερικό του κάστρου. Στην εικ. 14 διακρίνεται ο χώρος αποθηκεύσεως νερού.


Το τελευταίο κομμάτι του παλαιού Ναυαρίνου αφημένο στη φύση.

-


Το σπήλαιο του Νέστορα στις πλαγιές του φρουρίου και το εσωτερικό του.

Το παλαιόκαστρο της Πύλου όπως φαίνεται από αντικρινό λόφο.