Στις νοτινές ακρογιαλιές της πατρίδας μας απάνω από τα βαθυγάλανα νερά που δέρνουν φάρους και βράχια στο νησί της Ουράνιας Αφροδίτης, και στα ριζά των πετρωτών άκρων του Ταϋγέτου, υπάρχει ένα κομμάτι γης γοητευτικά κατάλευκο σαν χιόνι, γιατί είναι πετροσκέπαστο ολάκερο, που οι θρύλοι το παινεύουνε σαν να το έχουν για παιδί τους, κι αυτό εκείνους. Η Μάνη. Έτσι αποφάσισαν να τη βαφτίσουνε στα αλλοτινά τα χρόνια οι σκληροτράχηλες φιγούρες που την κατοικούσαν κι αυτή θα επιχειρήσουμε να ιδούμε σε ετούτο μας το οδοιπορικό, εξερευνώντας, για ότι πιο παράξενο μπορεί να συναντήσει -αν η καρδιά του το ζητά- στα σπλάχνα της κανείς. Και είναι (πιστέψτε με) κάμποσα τα αλλόκοτα στοιχεία του τόπου αυτού, που κι ένα κάρο άρθρα να γράφαμε όλο και κάτι θα ξεχνούσαμε κι όλο και κάτι θα μας ψιθύριζε να επιστρέψουμε πίσω ξανά στα στοιχειωμένα μονοπάτια των πολεμόπυργων και στις ερημωμένες εκκλησιές, στα αιματόβρεχτα απόμερα καστέλια, στις κρυφές ακρογιαλιές, στις μυστηριακές διηγήσεις των γερόντων, και στα δαντελωτά παραμυθένια σπήλαια που στριφογυρίζουν τον ασβεστόλιθο στο ξεραμένο μα παράξενα παραδεισένιο ετούτο τοπίο. Θα ξεκινήσω να σας μιλώ για την εμπειρία μου με αφετηρία τις φοβερές του Ταινάρου πύλες για τον 'Αδη, κινώντας στο ύστερο και προς όλα εκείνα που σας υποσχέθηκα στο ξεκίνημα του κειμένου που κρατάτε.
Στάθηκα κατά πρόσωπο στο βασίλειο των σκιών ένα καταμεσήμερο του Αυγούστου του περασμένου καλοκαιριού. Έξω από κείνο το γκριζοκάστανο κοίλωμα τα πάντα είχανε αρχινήσει από το πρωί να δίνουν μια παράσταση χορού απάνω στο αναμμένο τηγάνι του φωτοδότη Ήλιου. Από ένα ανοιχτό παραθύρι της μαγεμένης μου σκέψης τρύπωναν οι φωνές και τα σφυρίγματα από τα παιχνίδια που κάμανε κάποια δεκάχρονα κουτσούβελα με τους γονιούς τους απάνω στην αγκαθωτή κοψιά του γιαλού του κάβου Ματαπά, εκεί που συνηθέστερα αράζουν κάνα δυο βάρκες που χάνονται από την επίβλεψή σου μόνο όταν ξεκουνήσουν προς τα βαθιά νερά για την ψαριά τους. Σε λίγο οι συριγμοί κοπάσανε και το παραθυράκι σφραγίστηκε, και τα σκουρόχρωμα αρθρόποδα της σπηλιάς άρχισαν να τρυπώνουν διστακτικά το ένα μετά το άλλο μέσα στα αφώτιστα μυστικά τους λαγούμια. Και τότε, με ένα απρόσμενο ξάναμμα της φαντασίας μου, άρχισα να αντικρίζω τις συναρπαστικές εικόνες του παρελθόντος.
Ο Παυσανίας, ο θαυμαστός μας περιηγητής, μέσω του έργου του «Λακωνικά» διηγιόταν πως τον παλιό καιρό που περπάτησε ο ίδιος σε ετούτα τα μέρη, φτάνοντας στην είσοδο αυτού του σπηλαίου βρήκε επιβλητικά στεκούμενο ένα άγαλμα του Ποσειδώνα καθώς και άλλα θαυμαστά αφιερώματα μεταξύ των οποίων κι ένα άγαλμα του Αρίωνα καμωμένο από χαλκό, που καθότανε σε ένα δελφίνι. Κατά την αρχαιότητα το σπήλαιο είχε την αποτρόπαιη χρησιμότητα του νεκρομαντείου και μάλιστα προς τιμήν της ανατριχιαστικής χθόνιας θεότητας του Ποσειδώνα. Ο περιηγητής σημείωνε πως στο ναό υπήρχε μια πηγή, η οποία σε παλαιότερα χρόνια θεωρούνταν από μόνη της ένα μικρό θαύμα, και λεγόταν, πως όταν κοιτούσε τα νερά της κανείς έβλεπε πράματα παράξενα όπως καράβια και λιμάνια.
Ο Πίνδαρος και ο Πιθιόνικος υποστηρίζανε ότι από εδώ ο Ηρακλής κατέβηκε στον κάτω κόσμο για να συλλάβει τον Κέρβερο, τον τρομερό «σκύλο του 'Αδου» και να τον παραδώσει στον Ευρυσθέα, βασιλέα των Μυκηνών. Και ο Ορφέας στα Αργοναυτικά του αφηγούταν πως έχοντας εμπιστοσύνη στην κιθάρα του, την οποία θα χρησιμοποιούσε για να συγκινήσει τους κάτοικους του κάτω κόσμου, κατέβηκε τη σκοτεινή οδό του Ταινάρου και μπήκε στο ανάκτορο του Πλούτωνα, αναζητώντας την αδικοχαμένη του σύζυγο που τόσο αγαπούσε. Μα υπάρχουν κι άλλες αναφορές της αρχαιότητας για ετούτο το άνοιγμα της γης που δεν έχουμε το χώρο να ιδούμε. Θα αρκεστούμε σε μια παράδοση μεταγενέστερη που έχει σωθεί από τον εμβληματικό λαογράφο του τόπου μας Νικόλαο Πολίτη, και είναι η εξής:
"Σε μια σπηλιά που' ναι στον Κάβο-Ματαπά, κατεβαίνει πολλές φορές ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος και βγάζει τις ψυχές που τους συχώρεσε ο Θεός τις αμαρτίες τους. ’λλοι πάλι λένε πως σ' αυτή τη σπηλιά μένουν βρικόλακες και πως ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος, όταν παρακαλεστούν σ' αυτόν οι άνθρωποι, πηγαίνει και τους ρίχνει από εκεί στα Τάρταρα, για να γλυτώσει τον κόσμο".
Όμως αξίζει να σας ειπώ ότι οι αναφορές αυτές(ή κάποιες από αυτές, το πιθανότερο εκείνες που δε μιλούν για νεκρομαντείο παρά μονάχα για τη «βαθιά σπηλιά») ίσως να μη σχετίζονται όλες με τη σπηλιά ετούτη, της οποίας το βάθος είναι μικρό και φωτίζεται ολότελα, αλλά με κάποια άλλη που είναι κρυμμένη στην πισινή πλευρά του ακρωτηρίου και για να τη θαυμάσεις θα πρέπει πρώτα να κάμεις μια βουτιά στη θάλασσα.
Αλλά θα επιστρέψουμε σε αυτή την τελευταία «πύλη» ύστερα, όταν θα φτάσουμε να μιλάμε για το κάστρο της Μαΐνης. Το πώς, θα το ιδείτε στις τελευταίες γραμμές.
Αποχαιρετώντας το Ταίναρο και ξεκινώντας μια μυστηριακή κατάδυση στο μανιάτικο θρύλο.
Το λοιπόν, εκίνησα με κατεύθυνση την παλιά πόλη της Καρδαμύλης για να ανταμώσω ένα αρχαίο ταφικό μνημείο που μόνον σε κάποιο σαρακοφαγωμένο κι ασπρόμαυρο ταξιδιωτικό βιβλιαράκι της δεκαετίας του εξήντα είχα τη μοίρα να συναντήσω κάποια μνεία, κι εκείνη ήτανε διόλου κατατοπιστική. Έφτασα με το αυτοκίνητο στην καινούργια πόλη κι αφού ερώτησα για κείνο που ζητούσα έκαμα τη συνέχεια με ποδαρόδρομο, ένα τσιγάρο δρόμο. Σκαρφάλωσα το ψήλωμα που έχει δεντριά κάθε λογής απάνω του και μπήκα στην παλιόπολη που σου κινεί το δέος και σε κάνει να επιθυμείς να τραβήξεις χίλιες και δυό φωτογραφίες. Στα αριστερά μου σάλευε για να ιδώ μουτζουρωμένος από τους πολλούς καιρούς ο πολεμόπυργος των Μούρτζινων-Τρουπάκιδων, αρχόντων και πολεμιστάδων του εικοσιένα, γνωστών για το αντάρτικο που πραγματώνανε από τα ταμπούρια τους σε εκείνα τα ηρωικά τα χρόνια ενάντια στον κατακτητή που εσπάραζε τον τόπο τους. «Ο πύργος είναι στοιχειωμένος» αφηγούνται οι γεροντάδες. «Τόνε στοιχειώνει μια ψυχή, που' ναι το φάντασμα ενός δυστυχισμένου υπηρέτη. Ήταν στη δούλεψη του Μούρτζινου, μα κείνος ο δύστυχος έκαμε το λάθος μια φορά και παρασπόνδησε, κι ο αφέντης του τον έχωσε σ' ένα βαθύ κι ανήλιαστο πηγάδι. Τα μουγκρητά του ακόμη ακούονται».
Συνέχισα από το μονοπάτι προς την Αγιά Σοφιά που ήτανε φιδωτό και περπατιόταν εύκολα, και με μια στάλα ανάβαση έπεσα απάνω στο βραχάκι που οι θρύλοι το χαρακτηρίζουνε ως ο «τάφος των διόσκουρων» και είναι όμοιο με κείνα τα λιλιπούτια πετρόχτιστα νοικοκυριά των γνομικών (φανταστική νανική φυλή της ευρωπαϊκής παράδοσης) που σουλατσάρουν στις λογοτεχνικές νουβέλες των συγγραφέων της φαντασίας. Διόσκουροι λέγονταν εκείνες οι θεότητες που κατά τη μυθολογία ήσανε τέκνα της Λήδας η οποία τους συνέλαβε σε μια νύχτα που συνευρέθηκε με το βασιλέα του ουρανού Δία. Ήσανε άτρωτοι ημίθεοι που πέθαιναν και ξαναζωντάνευαν εναλλάξ μέρα παρά μέρα και οι θρύλοι τους θέλανε να εμφανίζονται παραδόξως έφιπποι κι αρματωμένοι σε βροντερές της ιστορίας μάχες και να βοηθούν στρατούς της αρεσκείας τους. Εικάζεται ότι γεννήθηκαν σε μια πλαγιά του Ταϋγέτου ή στην αρχαία πόλη Θεράπναι ή στις Αμύκλες, ενώ μια άλλη εκδοχή λέγει για τη νησίδα Πέφνο. Σε αυτή τη νήσο ειπώθηκε πως υπήρχαν κάποτε και τα αγάλματά τους, για τα οποία φαίνεται ότι είχε πληροφορηθεί ο Παυσανίας κατά τη σπουδαία περιήγησή του στις λακωνικές ακτές. Κι ο ίδιος έγραψε για κείνη:
"Σε απόσταση είκοσι σταδίων από τις Θαλάμες βρίσκεται η ονομαζόμενη Πέφνος, πολίχνη παραθαλάσσια. Μπροστά σ' αυτή υπάρχει ένα νησάκι, όχι μεγαλύτερο από ένα μεγάλο βράχο, που κι αυτό λέγεται Πέφνος. Οι Θαλαμάτες λένε πως αυτού γεννήθηκαν οι Διόσκουροι και ξέρω πως αυτό το λέει και ο Αλκμάν σε άσμα του. Η ανατροφή τους όμως λένε πως δεν έγινε στην Πέφνο, αλλά τους έφερε στην Πελλάνα ο Ερμής. Στο νησάκι αυτό είναι στημένα στο ύπαιθρο χάλκινα αγάλματα των Διόσκουρων, ύψους ενός περίπου ποδιού. Είναι περίεργο πως η θάλασσα, αν και κατακλύζει το βράχο σε περίοδο θαλασσοταραχής δε θέλει να μετακινήσει τα αγάλματα".
Εδώ όμως θα σταθούμε και θα αναλάβουμε να κάνουμε έναν παράξενο συσχετισμό μεταξύ δύο θρύλων, έναν αρχαίο κι ένα σύγχρονο, που ευθύς θα ξεδιπλώσουμε. Υπάρχει μια παράδοση από τα χρόνια των παλαιών μας προγόνων που θέλει τους Διόσκουρους να εμφανίζονται μέσα σε βαθιές νύχτες(κυρίως όταν επικρατούν ακραίες καιρικές συνθήκες και θαλασσοταραχή) κολλητά στα κατάρτια των καραβιών έχοντας μια μορφή ακατανόητη σαν πύρινη σφαίρα. Μια σφαίρα η οποία με το αλλόκοτο σουλούπι της και την περίεργη συμπεριφορά της, εύλογα φοβερίζει τον ταξιδιώτη που την κοιτάζει να λικνίζεται απάνω από την κεφαλή του. Τα χρόνια κυλούν μα το παράξενο φαινόμενο δε λέει να εγκαταλείψει τη ναυτική παράδοση και κάποιαν άγνωστη στιγμή κατόπιν εκδηλώσεων του, λαμβάνει το όνομα «Τελώνιο», όνομα που θα επικρατήσει μέχρι και τις ημέρες μας στα βιβλία της λαογραφίας. Παρόμοια φαινόμενα αν ψάξει κανείς, θα ιδεί πως εκδηλώνονται και αλλού, στις κορυφές των βουνών για παράδειγμα. Στις κορυφές των βουνών; Ναι, ακριβώς. Και, σε ποιο βουνό της Ελλάδας λέτε να σημειώνεται η μεγαλύτερη εκδήλωση; Δε θα σας ταλαιπωρήσω άλλο. Στην όρος του Ταϋγέτου είναι η απάντηση. Και συγκεκριμένα λίγα μόλις χιλιόμετρα από τους τάφους των Διόσκουρων, απάνω σε μια λοφοκορφή στους πρόποδες της βουνοκορφής του Σωτήρα. Από εκεί, όπου στέκεται και το εκκλησάκι του προφήτη Ηλία, κάποια πυρακτωμένη σφαίρα προβάλλοντας γύρω στα μεσάνυχτα παίρνει το δρόμο της ήδη από τα μέσα του προπερασμένου αιώνα, δίχως να βρίσκει έδαφος και κατευθύνεται με σιγανό ρυθμό προς χαμηλότερα. Ο μανιάτης λαογράφος και καθηγητής της φιλοσοφίας που έκαμε την παράδοση αυτή βιβλίο, αναλύει:
"Αφού λοιπόν ακινητήσει το φως για λίγα δευτερόλεπτα στην είσοδο της εκκλησίας, κατευθύνεται νοτιοδυτικά και αρχίζει να διαγράφει ημικύκλιο ακτίνας πεντακοσίων μέτρων, αλλάζοντας πορεία, και κατευθυνόμενο προς ανατολάς. Το φως εξαφανίζεται ξαφνικά σ' ένα ορισμένο σημείο για να εμφανιστεί και πάλι ακαριαία στο σημείο της αφετηρίας και να επαναλάβει την ίδια διαδρομή. Αυτό μπορεί να επαναληφτεί πολλές φορές μέσα σε μια νύχτα... Φαίνεται πως το χειμώνα και ιδιαίτερα σε περίοδο καταιγίδας η φωτεινότητα της σφαίρας αυξάνεται".
Και συνεχίζει:
"Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής χαρακτηρίζουν το φαινόμενο με την ονομασία «φαναράκι του ’η Λιά». Το έχουν δε τόσο πολύ συνηθίσει, που παλιότερα το χρησιμοποιούσαν για να υπολογίζουν πότε περίπου έφταναν τα μεσάνυχτα»! (Γιάννη Μανιατέα: Το μυστηριώδες πλανητικό φως του Ταϋγέτου) ".
Να έχει λοιπόν άραγε κάποια σχέση το «φαναράκι του ’η Λιά» με τα Τελώνια της λαογραφίας μας και τους γειτονικούς στην περιοχή τάφους των διόσκουρων; Σίγουρα σε τέτοια ερωτήματα είναι αδύνατο να δώσουμε μιαν απάντηση με βεβαιότητα. Εκείνο όμως που θα πρέπει να προσθέσουμε ακόμη σε όλα ετούτα είναι πως και τα τρία παραπάνω φαινόμενα φέρνουνε άμεσα στη θύμησή μας το φυσικό φαινόμενο των σφαιρικών κεραυνών. Χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι θα ήταν ηθικό από τη μεριά μας απέναντι στους μάρτυρες των φαινομένων, να δώσουμε μια τόσο γρήγορη κι απλουστευμένη απάντηση. ’λλωστε σε αυτή μας την περιήγηση δεν απαντούμε σε κάτι, ούτε είναι στην αρμοδιότητά μας, παρά ακολουθούμε τα χνάρια της λαϊκής μας παράδοσης. Αξίζει όμως να σημειωθεί, για όποιον από εσάς ενδιαφέρεται, ότι κι ο ίδιος ο μανιάτης λαογράφος έτυχε να αντικρύσει αρκετές φορές το φαινόμενο σε μικρή ηλικία, κι έτσι η προσωπική του άποψη θαρρώ πως πρέπει να σας κάνει να τη λάβετε γερά υπόψη μας.
Και πάμε στα κάστρα της Μάνης, όχι σε όλα, γιατί είναι αδύνατο σε λίγες γραμμές, μα σε δυό τρία, που τα έχω «πολλάκις» ανταμώσει κι εγώ από κοντά και καταφέρνουν πάντοτε να μου πλουτίζουν την καρδιά με τη θωριά τους. Ένα από αυτά, είναι το κάστρο του Πασσαβά, που ορθώνεται ανάμεσα σε Γύθειο και Αρεόπολη. Ήτανε ένα από τα πανέμορφα μεσαιωνικά καστέλια που κάμανε οι Γάλλοι σταυροφόροι κατακτητές στα μέρη του Μοριά. Ύστερα είναι το φρούριο της Ζαρνάτας, το «ακατανίκητο πετράδι» κατά τον Τούρκο ονειροπόλο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπί, με το βυζαντινό εκκλησάκι που φιλοξενεί απ' έξω του, που έχει βαμμένα τα τειχιά του με τις αγριότερες αγιογραφίες της χριστιανικής καλλιτεχνίας (ο Τσελεμπί στο βιβλίο που συνέγραψε με τις εντυπώσεις του από την Πελοπόννησο, έλεγε ότι κατόπιν κάποιων εργασιών που έκαμε ο στρατός των κατακτητών της εποχής του, το καστέλι της Ζαρνάτας γίνηκε τόσο έμορφο που ομοίαζε με «το κάστρο από τους πολύτιμους λίθους και τα μαργαριτάρια» της ανατολικής παράδοσής). ’λλο καστέλι είναι το «Κάστρον Κελεφάς», τούρκικο, κι επιβλητικό, πλην όμως ερημωμένο κι απόκοσμο, όπως και της Ζαρνάτας.
Το κάστρο στο ακρωτήρι Τηγάνι, η επίσκεψη του μοχθηρού Χάροντα, η μακάβρια μονομαχία και η κατάμαυρη πύλη για τον κάτω κόσμο.
"Δόνουνε δρόμο στα πανιά κι' αράζουνε στη Μάνη
Πέρα στην άκρη του γιαλού στή τέλειωσι του κόσμου
οπούναι σπήλαια και γκρεμός κι' η θάλασσα ναι μαύρη
και κάνουν Σιδερόκαστρο απάνω σε Τηγάνι".
Παλιό μανιάτικο ποίημα.
Και φτάνουμε στο κάστρο της Μαΐνης από όπου θα δώσουμε και τον επίλογο του οδοιπορικού μας. Ενός οδοιπορικού που έκαμα κάποτε με πόδια και με ρόδα για να σας μεταφέρω εκείνα που με χαρά μεγάλη εγνώρισα. Εδώ θέλω να σας εκμυστηρευτώ κάτι που βγαίνει μέσα από την ψυχή μου. Από όλο αυτό το οδοιπορικό σε ετούτη τη μαγεύτρα περιοχή της Ελλάδας, τίποτε δε με ακούμπησε και καμιά της εδαφική έκταση δε με σαγήνεψε όσο το πετρωτό κι ολότελα απόκοσμο ακρωτήρι του Μεζάππου, που πλαϊνά στη φοβερή του απόκρημνη άκρια, κρύβει με τους ομοιόμορφους χρωματισμούς του ένα μικρό καστέλι. Το κάστρο της «Μαΐνας».
Θυμάμαι τον άνεμο να κάμει θροΐσματα μελαγχολικά, και όλα ήτανε μελαγχολικά και ολοκληρωτικά παγωμένα σε κείνο το κομμάτι γης που τόσο έδειχνε πως από κάποιες ανάλγητες, ανελέητες ψυχές του παρελθόντος είχε αδυσώπητα βασανιστεί επανειλημμένα. Προπύργιο θαλασσινό για τους βυζαντινούς αρχικά, κι ύστερα της φραγκιάς, των ενετών και πάει λέγοντας. Το όνομα που του δώσανε ήτανε «Τηγάνι», γιατί αν το κοιτάξεις από τα πλαϊνά κι από απόσταση, με τέτοιο σου κάνει στη φαντασία. Η χερσόνησος αυτή, προέκταση του Κάβο Γρόσσο (Θυρίδες), είναι ένας τεράστιος φυσικός κυματοθραύστης που καταλήγει σε ένα ολοστρόγγυλο κάβο που λέγεται «Κεφάλι του Κάστρου». Το σχήμα της χερσονήσου η αλήθεια είναι ότι δε μοιάζει μοναχά με τηγάνι αλλά με ολόκληρο μπράτσο. Πρώτος από όλους που έριξε καστρικά θεμέλια σ' αυτό μέρος, λέγεται ότι ήταν ο Ιουστινιανός μεταξύ 527 και 565 μ.Χ. ’λλοι πάλι υποστηρίζουν πως ήταν ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο «Μακεδόνας» στα 867 με 886 μ.Χ. όταν, όπως λένε, βαφτίστηκαν οι κάτοικοι της περιοχής χριστιανοί, που μέχρι και τότε ήσαν ειδωλολάτρες.
Είναι σωσμένος ένας έμορφος θρύλος για τούτο το καστέλι, που φέρνει στη θύμησή μας εκείνα που είπαμε πρωτύτερα για το ακρωτήρι του Ταινάρου και τον κάτω κόσμο. Το ιστόρημα τούτο μας λέει για τον δυνάστη Μαυροειδή, τον αντρειωμένο πυργοδέσποτα, που έκλεψε και φυλάκισε στου Τηγανιού το κάστρο, την πεντανόστιμη πριγκίπισσα που έκαιε την καρδιά του. Κι αφού εστόλισε τις ντάπιες και όλα τα τειχιά για τα λαμπρά της μάτια, την πήρε και την έχωσε σε έναν γυάλινο πύργο. Μα η μοίρα του δεν ήτανε να την ευχαριστηθεί φαίνεται, γιατί σε μια στιγμή που μας είναι άγνωστη, έκαμε εμφάνιση βροντερή μπροστά από την καστρόπορτα ο απαίσιος πορθμέας των ψυχών, καβάλα στο νεκροζώντανο άλογό του. Και γίνηκε μάχη φοβερή σ' ένα ατσαλένιο αλώνι. Και άδικα επολέμαγε ο Μαυροειδής κι έβγανε τις τεχνικές του. Γιατί ο σκελετωμένος γέροντας κρατιότανε απλήγωτος, κι απαίσια ατάραχος, όσες κι άμα κατόρθωνε να του περάσει με την αστραφτερή του σπάθα ο πυργοδέσποτας στο στραγγισμένο του σώμα. Κι ο αντρειωμένος Μαυροειδής δεν άντεξε, και με τις πληγές στο ρωμαλέο κορμί του ξάνοιχτες, έπεσε κάτω. Κι ύστερα ο Χάροντας τον εσήκωσε και τον κατεύθυνε στο γυάλινο τον πύργο, κι αφού ξεκλείδωσε την όμορφη πριγκίπισσα, πήραν και οι τρείς το δρόμος τους, για τη βαθιά σπηλιά, εκεί, στις εσχατιές του Ταινάρου.
[Βασικές πηγές:]
* Ποταμιάνος Κων., Θαλάσσια μυστήρια στην αρχαιότητα, Ελεύθερη σκέψις.
* Λαδιά Ελένη, Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων, Gema.
* Πάτρικ Λη Φέρμορ, Μάνη, Κέδρος.
* Μανιατέα Γιάννη, Το μυστηριώδες πλανητικό φως του Ταϋγέτου.
* Μανιατέα Γιάννη, Παραμύθια, μύθοι και θρύλοι της Μάνης, Αδούλωτη Μάνη.
* Τσελεμπί Εβλιγιά, Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671) , Εκάτη.
* Σφηκόπουλου Ιωάννου, Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μορηά.
* Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησης, Εκδοτική Αθηνών.

Ταίναρο: Επάνω σε λόφο, ο χριστιανικός ναός των Αγίων Ασωμάτων. Χτίστηκε από τις πέτρες του αρχαίου γειτονικού νεκρομαντείου του Ποσειδώνος- Ταιναρίου.

Αρχαίες πέτρες και συντρίμμια στο ημιφωτισμένο σπήλαιο του Ταινάρου (Αρχαίο νεκρομαντείο). Στα χρόνια του Παυσανία η σπηλιά φιλοξενούσε το θαυμαστό άγαλμα του Ποσειδώνος και άλλα παράξενα.

Ο στοιχειωμένος (σύμφωνα με το θρύλο) πολεμόπυργος των Μούρτζινων στην παλαιά πόλη της Καρδαμύλης.

Δίχως σχόλια.

Η παλαιά πόλη της Καρδαμύλης στην «Έξω Μάνη».

Σκαμμένοι σε βράχο οι δίδυμοι τάφοι των Διόσκουρων, θαλασσίων οντοτήτων της Μυθολογίας.

Δίχως σχόλια.

Ο μικρός εσωτερικός χώρος του αριστερού τάφου.

Ο μανιάτικος λόφος όπου θεάται το «Φαναράκι του 'Αη Λιά».

Η ασυνήθιστη αγιογραφία αγγελικής μορφής στο βυζαντινό εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής στον εξωτερικό χώρο του κάστρου της Ζαρνάτας.

Φράγκικος(;) προμαχώνας στο παλαιό καστέλι της Μαΐνης.

Το ακρωτήρι του «Τηγανιού».