Ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό στη γραφική πόλη των Ιωαννίνων ξεκινήσαμε μια απλή καθημερινή βόλτα στην πόλη. Ο δρόμος, μας οδήγησε σε μέρη παλιά και σκονισμένα, κάτω από το βάρος της πολύχρονης ιστορίας που σέρνουν στις πλάτες τους.
Μέσα από τα στενάκια του Κάστρου της πόλης,νιώσαμε το κάλεσμα της ιστορίας της και τέλος οδηγηθήκαμε στο πολύ γνωστό Ιτς Καλέ (τη νοτιοανατολική ακρόπολη του Κάστρου) το οποίο πλέον είναι αρχαιολογικός χώρος που στεγάζει τα απομεινάρια της ακρόπολης, μια καφετέρια για τους τουρίστες και μερικά μουσεία.
Έτσι ξεκινήσαμε αυτό το μικρό οδοιπορικό μέσα απο βαριά τείχη, σκονισμένους διαδρόμους και απόρθητους προμαχώνες...
Το Κάστρο είναι κεφαλή, ουρά είναι η Λούτσα.
Οι μαχαλάδες το κορμί ομού και Λιθαρίτσα.
Σεράγι και Καλούτσανη οι άκρες των πτερύγων.»
Παΐσιος

Η αναφορά στο Κάστρο των Ιωαννίνων ουσιαστικά ταυτίζεται με την ανίχνευση των απαρχών της ίδιας της πόλης. Η έλλειψη πρώιμων αρχαιολογικών ευρημάτων, εκτός από λείψανα κτιρίου ελληνιστικών χρόνων που εντοπίστηκαν κάτω από το βυζαντινό λουτρό στην αυλή του Σουφαρί-σεράι και η ασάφεια των ιστορικών πηγών προβλημάτισαν από νωρίς τους μελετητές για το χρόνο ίδρυσης των Ιωαννίνων. Βασισμένοι σε μια περιοχή του Προκοπίου στο έργο του "Περί κτισμάτων", σχετικά με το χώρο στον οποίο μετοίκησαν κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. οι κάτοικοι της πόλης Εύροιας της Θεσπρωτίας, που μοιάζει με αυτόν των Ιωαννίνων, υποστήριξαν ότι η νέα Εύροια ταυτίζεται με τα Ιωάννινα. Η σύγχρονη έρευνα όμως, βασισμένη σε ενδελεχέστερη μελέτη των χωρίων του Προκοπίου, των ιστορικών γεγονότων αυτής της περιόδου και της συστηματικής έρευνας του χώρου κοντά στην αρχική Εύροια, σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων εκείνης της περιόδου από το Κάστρο των Ιωαννίνων, δίνει πειστικότερη απάντηση, αφού τοποθετηθεί τη νέα Εύροια στο λόφο Καστρί της Θεσπρωτίας. Η τοποθεσία αυτή εισχωρεί στην Αχερουσία λίμνη, βρίσκεται απέναντι από την αρχική Εύροια (το σημερινό χωριό Γλυκή) και ανταποκρίνεται στις περιγραφές του Προκοπίου. Επιπλέον, στο χώρο αυτό επισημάνθηκαν μεσαιωνικά λείψανα.


Το 1020 η επισκοπή Ιωαννίνων, σύμφωνα με σιγίλλιο του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, υπάγεται στην αρχιεπισκοπή Αχρίδας. Το 1082 ο νορμανδός Βοημούνδος στρατοπεδεύει στα Γιάννενα, όταν το σικελικό νορμανδικό κράτος συγκρούεται με τους Βυζαντινούς, και βρίσκει την πόλη με αξιόλογο κάστρο, σε σχέση με τη σημασία της. Όπως αναφέρει η ’ννα Κομνηνή στην "Αλεξιάδα", περιγράφοντας τους πολέμους του πατέρα της, στα Γιάννενα οχυρώνεται ο Βοημούνδος αλλά "...την του Κάστρου ακρόπολιν επισφαλή διαγνούς,... ετέραν εν άλλω μέρει των τειχών,... ερυμνοτάτην ανωκοδόμει...". Υπέθεταν μέχρι πρότινος ότι η ακρόπολη που οχύρωσε ο Βοημούνδος ήταν η βορειοανατολική ακρόπολη του Κάστρου, εκεί δηλαδή που βρίσκεται σήμερα το τζαμί του Ασλάν-πασά, στο οποίο στεγάζεται το Δημοτικό Μουσείο, χαρακτήριζαν δε ως "πύργο του Βοημούνδου" το μεγάλο κυκλικό πύργο που σώζεται στη νοτιοδυτική πλευρά της. Πρόσφατη όμως μελέτη του πύργου έδειξε ότι το οχυρό αυτό κτίσμα είναι μέρος της βυζαντινής οχύρωσης του 13ου αιώνα.
Το μικρό άσημο πόλισμα των Ιωαννίνων συνεχίζει τη ζωή του έως το 13ο αιώνα, όταν ο Κομνηνοδούκας Μιχαήλ Α΄ ιδρύει το λεγόμενο "Δεσποτάτο της Ηπείρου" με πρωτεύουσα την ’ρτα και ανεγείρει "το των Ιωαννίνων πολίδιον...εις μόρφωσιν κάστρου...". Οχυρώνει λοιπόν με νέο τείχος το Κάστρο και εγκαθιστά νέους κατοίκους. Από τότε αρχίζει η περίοδος ακμής των Ιωαννίνων. Μολονότι πρωτεύουσα του Δεσποτάτου είναι η ’ρτα, τα Ιωάννινα αναπτύσσονται συνεχώς. Το 1318 η επισκοπή Ιωαννίνων προάγεται σε μητρόπολη. Μετά το 1204, όταν η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Φράγκων, στα Γιάννενα συγκεντρώνονται πολλές αριστοκρατικές οικογένειες της Πόλης. Το Νησί των Ιωαννίνων γίνεται σπουδαίο μοναστικό και πνευματικό κέντρο. Το 1321 ο Μιχαήλ Φιλανθρωπηνός ιδρύει το φερώνυμο μοναστήρι(με τις γνωστες "φρικιαστικες" αγιογραφιες που αναπαριστουν βασανιστηρια), κυψέλη στο εξής πνευματικής ζωής. Αυτή την περίοδο ιδρύεται και η μονή Στρατηγοπούλου από τους Στρατηγόπουλους, αρχοντική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Στην ίδια την πόλη εκτός από το νέο τείχος ανεγείρονται κτίρια, ναοί και αρχοντικά. Στη βορειοανατολική ακρόπολη (Δημοτικό Μουσείο) κυριαρχεί το μέγαρο του Κυβερνήτη, ενώ στη νοτιοανατολική (Ιτς-Καλέ) ο μητροπολιτικός ναός των Ταξιαρχών, που ιδρύεται από τον ίδιο το Μιχαήλ Φιλανθρωπηνό. Το χρυσόβουλλο του Ανδρονίκου του 1319, με το οποίο ο αυτοκράτορας παραχωρεί στους κατοίκους των Ιωαννίνων προνόμια, δείχνει ανάγλυφα την ακμή της πόλης.
Το ισχυρό τείχος και οι δύο οχυρές ακροπόλεις χαρίζουν ασφάλεια. Οι περιώνυμοι "Καστρινοί" αποκτούν ισχύ και πλούτο. Αρχίζουν έτσι σιγά σιγά να αποδεσμεύονται από την κηδεμονία της ’ρτας. Το 1367 αποκτούν δικό τους δεσπότη. Το 1379 αντιμετωπίζουν με επιτυχία επίθεση των Αλβανών από τη λίμνη. Ήδη από το 1367 ηγεμόνας είναι ο βυζαντινοσέρβος Θωμάς Κομνηνός ο Πρελίαμπος ή Πρελούμποβιτς, ο οποίος επισκευάζει τα τείχη, κατασκευάζει τον οχυρό πύργο δεξιά της κύρια εισόδου του Κάστρου και αντιστέκεται με επιτυχία στους Αλβανούς για 18 χρόνια έως το 1384, οπότε δολοφονείται. Η χήρα του, Μαρία Αγγελίνα Δούκαινα η Παλαιολογίνα, παντρεύεται τον πρίγκιπα Ιζαού Μπουοντελμόντι του οίκου των Ατσαγιόλι της Φλωρεντίας, άρχοντα της Κεφαλονιάς. Τα χρονικά των Ιωαννίνων και των Τόκκων δίνουν αρκετές λεπτομέρειες για την περίοδο που ηγεμονεύουν στα Γιάννενα φράγκοι ηγεμόνες. Ο Ιζαού πεθαίνει το 1411 και την ίδια χρονιά γίνεται δεσπότης των Ιωαννίνων ο Κάρολος Α΄ Τόκκος, που ηγεμονεύει έως το 1421. Ακολουθεί ο Κάρολος Β΄ Τόκκος, στις ημέρες του οποίου (1430) τα Γιάννενα υποτάσσονται στους Τούρκους.
Από τις αρχές του 15ου αιώνα η πόλη των Ιωαννίνων, μολονότι αποτελεί τμήμα βυζαντινής αυτοκρατορίας, διατηρεί χαλαρούς δεσμούς μαζί της και ακολουθεί δική της, αυτόνομη πολιτική. Αγωνίζεται να διατηρήσει το γεωγραφικό χώρο των αλβανικών φύλων, τα οποία έχουν ήδη καταλάβει την ’ρτα και την Πάργα. Από τη μια ο ασφυκτικός κλοιός των Αλβανών και των Τούρκων και από την άλλη η απώλεια της εξόδου προς τη θάλασσα, μετά την κατάληψη των κάστρων Φαναρίου, Πάργας, Συβότων, Σαγιάδας και Βουθρωτού από τους Βενετούς, οδηγούν την πόλη μοιραία στην υποταγή της στην οθωμανική αυτοκρατορία.

Με την υποταγή τους στους Τούρκους το 1430 τα Γιάννενα παύουν πλέον να υπάρχουν ως ανεξάρτητη πόλη - κράτος, διατηρούν όμως μετά τη συνθήκη με τον Καρασινάν-πασά όλα τα προνόμια που είχαν μέχρι τότε. Η κοινωνικοοικονομική δομή παραμένει η ίδια: η καστρινή αριστοκρατία εξακολουθεί να νέμεται τις ιδιοκτησίες της. οι χριστιανοί παραμένουν στο Κάστρο και διατηρούν τις εκκλησίες τους. Η πόλη αναπτύσσεται κατά μήκος των αξόνων που οδηγούν στο Δυτικό Ζαγόρι, το Δέλβινο, την Ηγουμενίτσα, την Πάργα και την ’ρτα. Ήδη αρχίζουν και εμφανίζονται τα πρώτα τζαμιά έξω από το Κάστρο, στις μουσουλμανικές κυρίως συνοικίες. Ο 16ος αιώνας βρίσκει τα Γιάννενα και τη γύρω περιοχή σε οικονομική και πνευματική άνθηση. Στο Κάστρο λειτουργεί κοινοσυντήρητο εκπαιδευτήριο με σχολάρχη τον Τσεχούλη και στη συνέχεια το Μανασσή Πλέσσα. Το Νησί εξακολουθεί να παραμένει μοναστικό και πνευματικό κέντρο. Ο Ιωάσαφ ο Φιλανθρωπηνός ανακαινίζει ριζικά το καθολικό της μονής Φιλανθρωπινών και φροντίζει για την αγιογράφησή του το 1542 και το 1560. Την ίδια περίοδο αγιογραφείται η μονή Στρατηγοπούλου, ιδρύεται και αγιογραφείται το καθολικό της μονής Ελεούσας και ιδρύεται η μονή του Προδρόμου από τη φημισμένη οικογένεια των Αψαράδων.
Ο 17ος αιώνας όμως αρχίζει δραματικά για την πόλη, με ορόσημο το 1611. Η αποτυχημένη εξέγερση με επικεφαλής τον επίσκοπο Τρίκκης Διονύσιο το Φιλόσοφο (Σκυλόσοφο) γίνεται αφορμή για συστηματικές διώξεις των χριστιανών, οι οποίοι εκδιώκονται από το Κάστρο, όπου μένουν πια μόνο Τούρκοι και Εβραίοι. Οι εκκλησίες μέσα και έξω από το Κάστρο καταστρέφονται από πυρκαγιά λίγο μετά το 1611.
Το 1618 ιδρύεται το μεγαλοπρεπές συγκρότημα τζαμιού του Ασλάν-πασά στη βορειοανατολική ακρόπολη, στη θέση των ανακτόρων του βυζαντινού διοικητή. Το 1635 καταργείται το δικαίωμα κατοχής φεουδαλικών ιδιοκτησιών από χριστιανούς. Η αριστοκρατία βρίσκεται στο δίλημμα να χάσει την ιδιοκτησία της ή να αλλαξοπιστήσει. Ένα μεγάλο μέρος της προτιμά το δεύτερο και πάνω από 300 οικογένειες της περιοχής αλλάζουν θρήσκευμα. Οι φεουδαλικές σχέσεις ιδιοκτησίας διατηρούνται, ενώ η ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας συμβάλλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη της πόλης, τα έσοδα της οποίας ενισχύονται και από την εκμετάλλευση της επαρχίας.

Το 1702 ο Γκαρνιέ, γάλλος πρόξενος στη Σαγιάδα, γράφει ότι τα Ιωάννινα μοιάζουν με μια μικρή Μασσαλία.. Η οικονομική ανάπτυξη έχει ως συνέπεια την πνευματική πρόοδο. Οι περίφημες σχολές των Ιωαννίνων γίνονται γνωστές σε όλη την Ελλάδα. Η πόλη είναι γεμάτη με τζαμιά και ναούς χριστιανικούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα υπάρχουν δεκαεπτά τζαμιά, δεκαοκτώ μουσουλμανικά νεκροταφεία, δύο συναγωγές, ένα εβραϊκό νεκροταφείο και έξι χριστιανικοί ναοί. Στην απογραφή της οθωμανικής κυβέρνησης το 1731 η πόλη αριθμεί 8.000 οικογένειες και 40.000 κατοίκους, από τους οποίους τα 3 /4 είναι χριστιανοί.


Παρά την έντονη διπλωματική του δραστηριότητα, η τύχη του έχει αποφασιστεί. Οι σκληρές αιματηρές συγκρούσεις, το 1820, με το Χουρσίτ - πασά τελειώνουν με το θάνατό του στα κελιά της μονής Παντελεήμονος του Νησιού το 1822 και στην καταστροφή μεγάλων τμημάτων της πόλης. Η ηρεμία στην πόλη επανέρχεται μόλις μετά το 1830. Η τελευταία φάση της ζωής της υπό τον τουρκικό ζυγό έχει ήδη αρχίσει, και θα τελειώσει οριστικά το 1913.


Το 13ο αιώνα ο Μιχαήλ Α΄ μεταμορφώνει τα άσημα μέχρι τότε Γιάννενα σε σημαντική και οχυρωμένη πόλη, που στη συνέχεια αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο και οι κάτοικοι της αποκτούν δύναμη και επιρροή. Τα ανάκτορα του βυζαντινού διοικητή στη βορειοανατολική ακρόπολη, οι κατοικίες των αρχόντων μέσα και έξω από τη νοτιοανατολική, ο μητροπολιτικός ναός των ταξιαρχών, ο ναός του Παντοκράτορα και πλήθος (πάνω από είκοσι) άλλων ναών και μονών μέσα στο Κάστρο, που καταστράφηκαν ολοσχερώς την περίοδο μετά το 1611, μας κάνουν εύλογα να φανταζόμαστε τη ζωή και το δυναμισμό της πόλης. Από το 1611 και μετά, όταν στο Κάστρο μένουν μόνο μουσουλμάνοι και Εβραίοι, τζαμιά και τούρκικα κυβερνητικά κτίρια καταλαμβάνουν τη θέση των ναών και των βυζαντινών αρχοντικών. Αργότερα η έντονη οικοδομική δραστηριότητα του Αλή -πασά σβήνει κάθε παλαιό ίχνος και διαμορφώνει μια εικόνα του Κάστρου πιο κοντινή σε αυτή που βλέπουμε σήμερα. Λίγα μέτρα έξω από την πύλη της βορειοανατολικής ακρόπολης βρίσκεται το κομψό κτίριο της βιβλιοθήκης, που συνδέεται με τη λειτουργία του μενδρεσέ. Αποτελείται από μεγάλη τετράγωνη θολοσκέπαστη αίθουσα στο βόρειο τμήμα και ένα μακρόστενο χώρο στη νότια πλευρά, ο οποίος χωρίζεται με καμαροσκέπαστο διάδρομο σε δύο δωμάτια που στεγάζονται με θόλο.
Νότια της βιβλιοθήκης διατηρείται, σε κακή κατάσταση σήμερα το μοναδικό στην Ήπειρο σωζόμενο δημόσιο λουτρό της Τουρκοκρατίας. Η πρώτη οικοδομική φάση του λουτρού πρέπει να είναι αρκετά πρώιμη (16ος-17ος αι.).Στη συνέχεια ανακαινίστηκε αρκετές φορές, όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα.
Απέναντι από το λουτρό, ένα μεγάλο και επιβλητικό κτίριο, το Σουφαρί-σεράι, κυριαρχεί σε ολόκληρο το χώρο. Πρόκειται για το οικοδόμημα που στέγαζε τη Σχολή Ιππικού του Αλή, ένα ογκώδες, μακρόστενο, λιθόκτιστο κτίριο, το οποίο καλύπτεται από τέσσερις παράλληλες δίριχτες στέγες. Τοξοστοιχίες και πεσσοί στηρίζουν το δάπεδο του ορόφου, ενώ τρία μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στη βορινή και στη νότια πλευρά διευκολύνουν την κυκλοφορία των ιππέων. Πάνω από 50 παράθυρα στον όροφο φωτίζουν το εσωτερικό και διασπούν τη μονοτονία του αυστηρού και ογκώδες κτιρίου. Λίθινη κλίμακα στηριγμένη σε τόξα οδηγεί στον όροφο από την ανατολική πλευρά. Η αργολιθοδομή της τοιχοποιίας φαίνεται ότι ήταν επιχρισμένη στον όροφο και ακάλυπτη στο ισόγειο. Δεν είναι σκόπιμο να απομακρυνθούμε από αυτό το χώρο, πριν αναφερθούμε στο μεγάλο βυζαντινό λουτρό που αποκαλύφθηκε στην αυλή του Σουφαρί. Το μεγαλύτερο μέρος του έχει καλυφθεί από το κτίριο του 9ου Δημοτικού Σχολείου, σώζονται όμως το τμήμα των υποκαύστων και λείψανα της κύριας αίθουσας. Είναι το μοναδικό αστικό κτίσμα που αποκαλύφθηκε στο Κάστρο, κτισμένο μάλιστα πάνω σε τοίχους ελληνιστικών χρόνων, στοιχείο που ανάγει την ιστορία αυτού του τόπου αρκετούς αιώνες στο παρελθόν.
Ιτς Καλέ
Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ύψωμα του Ιτς-Καλέ αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα τον αρχικό οικιστικό πυρήνα της πόλης, αφού ο σχετικά ευρύς χώρος στην κορυφή του μπορεί να φιλοξενήσει ένα μικρό οικισμό. Θα πρέπει να τονιστεί εξαρχής ότι η σημερινή όψη του εξάρματος δεν έχει καμιά σχέση με την όψη που παρουσίαζε ο χώρος κατά τη μεσοβυζαντινή και την υστεροβυζαντινή περίοδο. Απουσίαζε το επιβλητικό εσωτερικό τείχος του Αλή και οι μεγάλης κλίμακας επιχωματώσεις με τις οποίες ισοπέδωσε τον εσωτερικό χώρο.
Μπορούμε να φανταστούμε μια μικρότερη έκταση, όπως ορίζεται σήμερα από το "τείχος του Βοημούνδου", που αποκαλύφθηκε πρόσφατα, με τα έλη να περισφίγγουν και από τη νοτιοανατολική πλευρά τη χερσόνησο. Το 1082 ο νορμανδός Βοημούνδος, σύμφωνα με τις πηγές, τειχίζει και δεύτερη ακρόπολη, πέραν της ήδη υπάρχουσας βυζαντινής, μέσα στο Κάστρο. Νεότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι η ακρόπολη που τείχισε ο Βοημούνδος είναι το Ιτς-Καλέ και όχι η βορειοανατολική ακρόπολη. Το γεγονός αυτό είναι πολύ πιθανό, αν κανείς αντιδιαστείλει την τοιχοδομία του κυκλικού πύργου της βορειοανατολικής ακρόπολης και των κτισμάτων του Ιτς-Καλέ που η σύγχρονη έρευνα αποδίδει στο Βοημούνδο: του τείχους που αποκαλύφθηκε πρόσφατα, του μεγάλου κυκλικού πύργου και ενός άλλου κυκλικού πύργου, τα λείψανα του οποίου αποκαλύφθηκαν τελευταία κοντά στο κτίριο των μαγειρείων, στην ανατολική πλευρά του Ιτς-Καλέ. Οι συνεχιζόμενες όμως έρευνες αποκαλύπτουν νέα στοιχεία που θέτουν υπό αμφισβήτηση πολλές από τις προηγούμενες απόψεις.


Αμέσως μετά την εγκατάστασή του στα Γιάννενα, το 1788, ο Αλή-πασάς αρχίζει την ανέγερση του σεραγιού του στο Ιτς-Καλέ. Ταυτόχρονα οχυρώνει το ύψωμα με το νέο ισχυρότατο τείχος που βλέπουμε και σήμερα. Για το σκοπό αυτό καταστρέφει τα παλαιά κτίσματα και κάνει εκτεταμένες επιχωματώσεις, με τις οποίες το εμβαδόν της ακρόπολης μεγαλώνει τουλάχιστον έξι φορές. Με τα έργα που εκτελεί ουσιαστικά οχυρώνει το παλάτι του, που καταλαμβάνει ασφυκτικά ολόκληρο το χώρο. Δυστυχώς η πυρκαγιά του 1870 το κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Στη θέση του ανεγείρεται Στρατιωτικό Νοσοκομείο, το οποίο κατεδαφίζεται για να κτιστεί, το 1958, το βασιλικό Περίπτερο, όπου στεγάζεται σήμερα το Βυζαντινό Μουσείο. Μέσα όμως από τις πηγές και τα πρόσφατα ανασκαφικά ευρήματα μπορούμε με σχετική βεβαιότητα να αναπλάσουμε την εικόνα που παρουσίαζε ο χώρος την εποχή του Αλή-πασά.
Το συγκρότημα της κεντρικής πύλης έχει μνημειώδη εμφάνιση, όπως άρμοζε στην είσοδο του σεραγιού. Επάνω από τη μεγάλη τοξωτή πύλη θα δέσποζαν το λιοντάρι, σύμβολο του Αλή, και ρητά από το Κοράνι. Αμέσως μετά την είσοδο, δεξιά και αριστερά, βρίσκονται τα δωμάτια της φρουράς, στα οποία σώζονται ακόμα τα τζάκια. Στο αριστερό τμήμα, μετά τα δωμάτια της φρουράς και στη θέση που η παράδοση ονομάζει "Αγία Ελένη", σώζονται οι ογκώδες πεσσοί ενός μεγάλου, διωρόφου κατά πάσα πιθανότητα κτιρίου, άγνωστης χρήσης.
Δεξιά της πύλης αρχίζουν οι στοές, που εξυπηρετούσαν την επικοινωνία με το νότιο τμήμα του συγκροτήματος, συγχρόνως όμως φιλοξενούσαν χώρους στρατωνισμού και αποθήκευσης. Οι στοές καλύπτονται με καμάρες, οι περισσότερες από τις φέρουν σχιστόπλακες, κυρίως όσες εξυπηρετούσαν ανάγκες κατοικίας ή αποθήκευσης. Όλες οι στοές οδηγούν σε ένα κεντρικό αίθριο από όπου μνημειώδης κλίμακα οδηγεί στα υπερκείμενα κτίρια.
Το λεγόμενο "θησαυροφυλάκιο" είναι ένα από τα εντυπωσιακότερα κτίρια αυτής της πλευράς. Διατηρεί ακόμα σε μεγάλη έκταση την καλοδουλεμένη, σχεδόν ισόδομη τοιχοποιία του και καλύπτεται με τρεις δίριχτες στέγες. Ένα τμήμα του διαμορφώθηκε στον 20ό αιώνα σε ναό των Αγίων Αναργύρων. Η χρήση του συνδέεται οπωσδήποτε με εκείνη του νέου κτιρίου που αποκαλύφθηκε πρόσφατα στη βορινή του πλευρά. Οι κόγχες και οι καμάρες των κτιρίων αυτών, καθώς και η εξαιρετική τοιχοδομία τους, τουλάχιστον στην πρόσοψη, μας ωθούν στο συμπέρασμα ότι αποτελούσαν χώρους υποδοχής, φιλοξενίας ή κατοικίας σημαντικών προσώπων.
Δυτικά δεσπόζει διώροφο κτίριο, που σήμερα στεγάζει τα εργαστήρια συντήρησης της 8ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων . Δεν είναι γνωστή η χρήση του την περίοδο του Αλή. Οι εκτεταμένες επεμβάσεις των στρατιωτικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούσαν το κτίριο εξαφάνισαν τα περισσότερα ίχνη της αρχικής στέγασης. Το λουτρό που βρίσκεται στη βορινή του πλευρά εξυπηρετούσε όσους κατοικούσαν σε αυτούς τους χώρους. Αποδυτήρια, κύριο θολοσκέπαστο τμήμα και δεξαμενή συγκροτούν το μικρό αυτό τριμερές λουτρικό συγκρότημα, που σχεδόν αιωρείται επάνω στις επάλξεις του εσωτερικού τείχους.
Στην απέναντι πλευρά, κοντά στα μαγειρεία, έχουν ήδη αποκαλυφθεί ίχνη μακρόστενου συγκροτήματος, άγνωστης προς το παρόν χρήσης, τα κτίρια του οποίου εκτείνονται νοτιοανατολικά μέχρι τον τάφο του Αλή και το Φετιχέ τζαμί. Το μικρό κτίριο που ακολουθεί προς Νότον σχεδόν περιβάλλεται από μακρόστενα δωμάτια και έχει ταυτιστεί με πυριτιδαποθήκη. Το μονόχωρο υπόγειό του καλύπτεται με θόλο, ενώ ο υπέργειο τμήμα του στεγάζεται με δίριχτη στέγη και σχιστόπλακες.
Η σημερινή όψη του τάφου του Αλή-πασά απέχει πολύ από την αρχική του λαμπρότητα. Μέχρι το 1940 περίπου σωζόταν το σφυρήλατο σιδερένιο κιγκλίδωμα που κάλυπτε ολόκληρο τον τάφο. Το μνημείο, ορθογώνιο σε κάτοψη, χωρίζεται σε δύο τμήματα, στο πρώτο από τα οποία διακρίνονται σε δύο κτιστοί τάφοι που ανήκουν στον Αλή και σε μία από τις συζύγους του. Ως γνωστόν, στον τάφο αυτό τάφηκε το σώμα του μετά τη δολοφονία του στο Νησί το 1820, ενώ το κεφάλι του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Το Φετιχέ τζαμί, τελευταίο από τα κτίρια αυτής της πλευράς, κατασκευάστηκε γύρω στα 1795 από τον Αλή-πασά για να χρησιμοποιηθεί ως ναός του σεραγιού του.


Τζαμί Ασλάν-Πασά
Στη συνέχεια, αφού αφήσαμε πίσω μας την ιστορική αυτή ακρόπολη του Κάστρου, ακολουθήσαμε ένα πλακόστρωτο δρομάκι που μας οδήγησε στο Δημοτικό Μουσείο του Κάστρου το οποίο βρίσκεται στο εσωτερικό του τζαμιού του Ασλάν-πασά.








Ένας ακόμα αστικός θρύλος κυκλοφορεί ανάμεσα στους κάτοικους της πόλης των Ιωαννίνων...Σύμφωνα με αυτόν λοιπόν,οι κατακόμβες του Κάστρου συνδέονται υπογείως με το νησάκι και τις χρησιμοποιούσε ο Αλή πασάς για τις μυστικές του επισκέψεις εκεί...
Επίσης,στο σημείο του Μώλου το οποίο ονομάζεται "Δώδεκα", λέγεται πως η κυρά-Φροσύνη βρήκε το θάνατο από τον Αλή-πασά και πως η μάνα της η οποία έβλεπε το συμβάν καταράστηκε το συγκεκριμένο σημείο με τα εξής λόγια «Όπως εγώ έχασα το παιδί μου,να χαθούν και άλλοι εδώ».Από τότε φημολογείται ότι κάθε χρόνο κάποιος άνθρωπος χάνει τη ζωή του σε αυτό το σημείο...



Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν η περιήγηση μας έφθασε στο τέλος της. Τις τελευταίες ώρες επισκεφθήκαμε και αναζητήσαμε την ιστορία και τους θρύλους που κρύβονται μέσα στο Κάστρο της πόλης των Ιωαννίνων...μιάς πόλης και ενός Κάστρου, μιάς πολυπολιτισμικής αισθητικής... μιας αισθητικής που ενώνει το ελληνικό,το βαλκανικό,το εβραϊκό και το τουρκικό στοιχείο σε ένα ιστορικό κολάζ που προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα στον ανυποψίαστο επισκέπτη.

