Άκουγαν ο κόσμος και πίστευαν στις μοίρες. Γέννησε μια γυναίκα, έκανε κορίτσι, και η πεθερά της δεν κοιμήθηκε τρεις βραδιές. Δεν κοιμήθηκε. Και άκουσε τη μοίρα, πήγαν οι τρεις μοίρες και από τη μια άκουσε ότι η κοπέλα που γεννήθηκε θα γίνει δώδεκα χρονών και θα πάει να πνιγεί στο Πηγάδι του Χατζή.
Δε το είπε όμως στη νύφη. Το είπε του παιδιού της. Του λέει: "Έλα εδώ, γιε μου. Έτσι και έτσι άκουσα από τις μοίρες. Όταν η κοπέλα γίνει δώδεκα χρονών, να πας να το κλείσεις το πηγάδι από πάνω." Πήγε πράγματι ο πατέρας και το έκλεισε το πηγάδι. Όμως η κοπέλα που φύλαγε τις αγελάδες, πήγε προς τα πέρα και πήγε στο πηγάδι.
Ήρθε γύρω-γύρω από το πηγάδι και έσκασε από πάνω. Πέθανε. Τότε πήγαν εκεί και βρήκαν την κοπέλα πεθαμένη. Γιατί ήταν για να πνιγεί εκεί και δεν το βρήκε ανοιχτό το πηγάδι. Και αφού το βρήκε κλειστό, έσκασε. Ήρθε γύρω-γύρω εκεί και έσκασε.