Η μητέρα και η γιαγιά μου έλεγαν ότι, αν πέθαινε κάποιος που δεν ήταν καλός άνθρωπος και δεν τον είχαν διαβάσει σωστά οι παπάδες στην κηδεία, μπορούσε να γίνει βρυκόλακας (τον έλεγαν LJUGAT). Αυτός ο βρυκόλακας, λέγεται, φαινόταν τη νύχτα να λάμπει – είτε στον Αϊ-Γιάννη, είτε κοντά στα Πουρνάρια, είτε στη Μίλζα. Κοίταζες προς τα εκεί... και μετά χανόταν.
Τότε με το μυαλό μας λέγαμε ότι ο νεκρός είχε γίνει βρυκόλακας και έπρεπε να φέρουμε τον παπά για να ξαναδιαβάσει ευχές πάνω στον τάφο. Πήγαινε λοιπόν ο παπάς στο μνήμα, διάβαζε τις ευχές και μετά κάρφωνε πάνω στον τάφο ένα μαχαίρι με μαύρη λαβή.