Ένας από το χωριό μας έμεινε μια νύχτα στο σπίτι ενός κουμπάρου του, που δεν ήταν άλλος κανείς, εξόν απ' αυτούς τους δύο και τη γυναίκα και την πεθερά του κουμπάρου του. Κατά τα μεσάνυχτα άκουσε μια ταραχή και ξύπνησε, αγκρουμάστηκε, κι άκουσε τις δυο γυναίκες που μιλούσαν μεταξύ τους. Όταν τις άκουσε τι έλεγαν, έφριξε, γιατί έκαναν το σχέδιο να φάν' κείνη τη νύχτα από τους δύο που κοιμόντανε τον παχύτερο.
Ενόησε τότε πως κι η γυναίκα και η πεθερά του κουμπάρου του ήτανε στρίγκλες, και συλλογιζότανε πώς να βρει καμιά τέχνη να γλιτώσει, γιατί καταλάβαινε πως δεν είχε τη δύναμη να τους κάμει τίποτα.
Οι στρίγκλες επροχώρησαν στους δύο άντρες που ήσαν πλαγιασμένοι, κι έπιασαν πρώτα το πόδι του κουμπάρου και τ' ανασήκωσαν. Ήθελαν να ιδούν αν ήταν βαρύ το πόδι του, γιατί απ' αυτό θα φαινότανε αν ήταν παχύς. Εκείνος όμως κατάλαβε το σκοπό τους, κι εκεί που του σήκωναν το πόδι και το ζύγιαζαν στο χέρι τους, το σήκωνε κι αυτός, ώστε τους εφάνη αλαφρύ σαν πούπουλο, και τ' άφησαν με θυμό από τα χέρια τους.
Εσήκωσαν και του νοικοκύρη, και καθώς ήταν βυθισμένος στον ύπνο, τον βρήκαν πολύ βαρύ. Ευχαριστήθηκαν απ' αυτό, του 'σκισαν αμέσως το στήθος, του βγαλαν τα σκώτια και τα ρίξαν στα κάρβουνα να ψηθούν. Ύστερα είδαν πως δεν είχαν κρασί, και πέταξαν σ' ένα κρασοπουλειό και πήραν μόνες τους όσο ήθελαν κι εγύρισαν.
Όταν έλειπαν όμως, ο κουμπάρος σηκώθη γλήγορα γλήγορα, μάζεψε τα σκώτια από τη φωτιά και τα 'κρυψε στον κόρφο του, και έβαλε αντίς γι' αυτά σβουνιά στα κάρβουνα. Οι στρίγκλες έφαγαν με όρεξη ό,τι ήβραν, τους εφάνηκαν όμως καημένα και άνοστα.
Το πρωί σηκώθηκαν κι οι δύο κουμπάρει και βγήκαν από το σπίτι. Ο νοικοκύρης του σπιτιού ήταν κίτρινος σαν το φλωρί και αισθανότανε μεγάλη αδυναμία, αλλά στο στήθος του, που του έσκισαν τη νύχτα, δεν εφαινότανε τίποτα. Είπε στον κουμπάρο του πως πεινάει πολύ, κι εκείνος του 'δωκε το ψημένο σκώτι και το 'φαγε, και του φάνηκε πολύ δυναμωτικό.
Σε λίγο άρχισε να κοκκινίζει το μάγουλό του, και έγινε εντελώς καλά. Τότε ο φίλος του τού είπε τός και τός ούλα όσα έγιναν τη νύχτα. Και πήγαν μαζί στο σπίτι και τις σκότωσαν τις στρίγκλες.