Τον άλλαζαν με τα καλύτερα ρούχα, τον έπλεναν και τον σαβάνωναν. Τον έκλειναν τα μάτια, τον σταύρωναν τα χέρια, τον άναβαν κεριά, τον έβαζαν θυμίαμα και έκρουαν την καμπάνα πουγάλια πουγάλια (αργά - αργά), λυπητερά. Από όλα τα σπίτια έφερναν λουλούδια, κεριά και τον στολίζαν.
Όλη νύχτα κανένας δεν έκλεινε μάτι (δεν κοιμόταν), αλλά καθόντουσαν εκεί, στον νεκρό, και έλεγαν τα καλά της παρέας, τις επιθυμίες του. Γάτα δεν άφηνόταν μέρα στον νεκρό, γιατί αν τον περνούσε μπορούσε να τον βρυκολακιάσει.