Ο Βοϊλας (κάτοικος Βουρβούρων) είχε φίλο το στοιχειό του χωριού. Πήγαινε και το χαιρετούσε πολλές φορές. Μια φορα που πήγε να το χαιρετήσει του είπε οτι είναι καλό και άξιο αλλά βρωμούσε σα σκυλί η αναπνοή του.
Το στοιχειό δε του απάντησε, αλλά πήρε ενα τσεκούρι και είπε του Βόϊλα να το χτυπήσει δυνατά στην πλάτη.
Αυτός δίστασε αλλά το στοιχειό τον προέτρεψε να το κάνει.
Σήκωσε ο Βοϊλας το τσεκούρι και το χτύπησε όσο μπορούσε δυνατότερα, με τόση δύναμη που όλο το τσεκούρι μπήκε μεσα στην πλάτη του.
«Αντε φύγε τώρα» του είπε το στοιχειό και αυτός έφυγε.
Απο τον φόβο του, έκανε τρία χρονια να ξαναπάει να δει το στοιχειό. Όταν ξαναπήγε, το στοιχειό τον καλωσόρισε και τον ρώτησε για ποιο λόγο έκανε τόσο καιρό να πάει να το δει.
Αυτός δίστασε να του απαντήσει επειδή φοβόταν. Το στοιχειό του είπε να κοιτάξει την πλάτη του. Αφού ο Βοϊλας την κοίταξε, χαρούμενος ειπε στο στοιχειο πως η πληγή του ειχε περάσει τελειως.
Το στοιχειό του απάντησε πως η πληγή πέρασε τελείως αλλά αυτό που του είχε πει, ούτε πέρασε ούτε πρόκειται να περάσει ποτέ.