Οι ανεράδες ήταν στο Παλιόκαστρο. Ένα βράδυ, την πιο μεγάλη ανεράδα την έπιασαν οι πόνοι. Μια άλλη ανεράδα κατέβηκε στο χωριό για να βρει μαμή, να την πάρει μαζί της πάνω στο Παλιόκαστρο, γιατί η μεγάλη ανεράδα ήθελε να γεννήσει.
Φτάνει στη Μακρινιά και της λέει: – «Δεν ξέρεις αν υπάρχει εδώ στη γειτονιά καμιά μαμή;» – «Η γριά η Φυλακτούσαινα ξεγεννά». Πάει λοιπόν η ανεράδα, χτυπάει την πόρτα της και της λέει: – «Να ’ρθεις να ξεγεννήσεις μια γυναίκα». Φυσικά, δεν της είπε πως επρόκειτο για ανεράδα.
Σηκώθηκε η γυναίκα, ντύθηκε. Την πήρε (η ανεράδα) και αντί να την πάει στο χωριό, την ανέβασε προς το Παλιόκαστρο. Της λέει: – «Άμα γεννήσεις αγόρι, θα σου γεμίσουμε έναν σάκο φλουριά. Αν όμως είναι κορίτσι, θα σε σκοτώσουμε».
Η γυναίκα απαντά: – «Στάσου να μπω να πάρω το μαντήλι μου». Πάει στα εικονίσματά της, πιάνει ένα μικρό κερί, το βάζει στη ζώνη της. Φεύγουν. Η ανεράδα μπροστά. Σιγά σιγά, γεννά η μεγάλη ανεράδα. Γεννά θηλυκό παιδί, αλλά η μαμή παριστάνει ότι είναι αρσενικό. Με το κερί κάνει το σχήμα αρσενικού παιδιού, το τυλίγει, το δίνει στην ανεράδα και φεύγει.
Της δίνουν κι έναν ντουρβά γεμάτο φλουριά. Φεύγει με τη χαρά αλλά και με τον τρόμο μέσα της. Γυρνά στο σπίτι της, κλειδώνει τις πόρτες. Πάει να ξετυλίξει τα φλουριά — κι αντί για φλουριά, ήταν φλούδες από κρεμμύδια.