Μια φορά, μια γριά σηκώθηκε τη νύχτα, πήρε μαζί της το βαρέλι της και ξεκίνησε να πηγαίνει προς τη βρύση για να γεμίσει νερό πριν ξυπνήσουν τα εγγόνια της. Μόλις έφτασε έξω απο το αλώνι της γριας Σπανούς, είδε τα λυκοκάτζαρα μέσα που χορεύανε. Αυτά την είδαν και την έπιασαν. “ Ελα εδώ γριά και άσε κάτω το βαρέλι” της είπαν. Αυτοί τους είπε “ Αφήστε με παιδάκι μου να γεμίσω το βαρέλι γιατι θα κλαίνε τα εγγόνια μου, αφήστε με την κακομοίρα”
Ασε κάτω το βαρέλι της ξαναείπαν. Η κακομοίρα η γριά θέλοντας και μη, το άφησε.
Στη συνέχεια της είπαν να γδυθεί τελείως και αυτή κατατρόμαξε αλλά δε μπορούσε να κάνει αλλίως γιατί την έπιασαν και την έγδυσαν.
Αφού την έγδυσαν, την ανάγκασαν να χορέψει μαζί τους. Όλοι τραγούδαγαν “ πάνω γένια, κάτω γένια και στη μέσι μπιχλιμπίδια. Της είπαν να το τραγουδήσει μαζί τους. Άρχισαν να την πετούν ψηλά και απο το φόβο της άρχισε να το τραγουδάει και αυτή.
Την ώρα που χόρευαν ακούστηκε ο πρώτος κοκορας. Τα λυκοκάτζαρα σταμάτησαν αμέσως τον χορό. “ Καμπάνα” είπε ο μικρότερος. “ Αντε βρε, κόκορας ήταν, συνεχίστε να χορεύετε” είπαν οι άλλοι, και συνέχισαν να χορεύουν και να τραγουδούν. Δεν πέρασε λίγη ώρα, και ακούστηκε “νταν - νταν - νταν”. Ηταν ο παπάς που χτυπούσε την καμπάνα. Ξανά ο μικρότερος τους ειπε πως χτυπάει καμπάνα αλλά πάλι τον αγνόησαν.
Μετά απο λίγο χτύπησε ξανά η καμπάνα και ο μεγαλύτερος είπε “ τώρα την άκουσα και γω” και οι άλλοι συμφώνησαν.
“ Φεύγετε να φεύγουμε Γιατι έφτασε ο τουρλόπαπας Με την αγιαστούρα του και με την μπαλαστούρα του Και μας άγιασε και μας μαγάρισε”
Σταμάτησαν τον χορό και φύγανε τρέχοντας και άφηναν πορδές. Η κακομοίρα η γριά ντύθηκε, έβαλε πάλι το βαρέλι στην πλάτη της και πήγε στη βρύση να γεμίσει νερό.
Οταν γύρισε στο σπίτι τα εγγόνια της κλαίγανε και την ρώτησαν γιατι άργησε. Τότε η γριά τους διηγήθηκε τι πέρασε.