Ήσαν δυο νεράιδες αδερφάδες, και όταν επέθανε ο πατέρας τους, εμοιράσανε τα κάστρα: η μια πήρε το Χλομούτσι και η άλλη το Σανταμέρι. Και οι δύο αδερφάδες είχαν μια χαρά και μια λύπη καθεμία. Η νεράιδα που πήρε το Χλομούτσι ελυπόταν γιατ' ήταν άσκημη, μα χαιρόταν γιατ' είχε παιδιά. Κι όταν εσυλλογίζονταν την ασκημιά της, είχε για παρηγοριά πως τα νιάτα της τα ᾿δωκε στα παιδιά της.
Μα η άλλη, η νεράιδα του Χλομούτσι, τι να ειπεί και πώς να παρηγορηθεί; Μια ημέρα που πήγε στο Σανταμέρι να ιδεί την αδερφή της, της ζήτησε να της δώσει ένα της παιδί, να το έχει συντροφιά. Η αδερφή της, με τα πολλά, της έδωκε στο ύστερο ένα κορίτσι της πολύ όμορφο και που το αγαπούσε πολύ. Το πήρε εκείνη και το πήγε στο Χλομούτσι.
Πέρασαν μήνες και καιροί, μα ούτε την αδερφή της σύτε την κόρη της είδε πια η άσκημη. Χάνει μιαν ημέρα την υπομονή και κινάει και πάει στο κάστρο του Χλομούτσι, χτυπάει τις πόρτες, μα δεν της άνοιξαν, γιατί η αδερφή της δεν ήθελε να της το δώσει πίσω το κορίτσι, παρά ήθελε να το έχει αυτή, να παίζει, να γελά μαζί του. Πάει και πάλι η μάνα, χτυπιέται έξω και δέρνεται, το ίδιο.
Και τώρα ακόμη δεν έχασε την ελπίδα, και πηγαίνει συχνα στο κάστρο με το σκοπό να πάρει την κόρη της. Και πηγαίνει πάντα με χαρές και με γέλια, με τραγούδια και παιγνίδια τόσο γλυκά, που όλος ο κόσμος γύρω, όλος ο κάμπος, δεν σειέται, δεν αναδεύεται. Μα σαν κουραστεί η άσκημη μάνα χτυπώντας τους τοίχους του κάστρου και βραχνιάσει απ' τις φωνές και το κλάμα, θυμάται και τ' άλλα της παιδιά και γυρίζει πίσω στο Σανταμέρι. Μα στο γύρισμά της δεν είναι η χαρούμενη μάνα που πάει να πάρει το παιδί της, παρά οργισμένη νεράιδα, σίφουνας δυνατός, που στο διάβα του συνεπαίρνει ό,τι τύχει, και ακούεται στον άλλο κόσμο το κλάμα της.