Ήταν στολισμένη μια νύφη και βγήκε τά μεσάνυχτα εξω. Την άρπαξαν τα καρκατζέλια κι άρχισαν νά τή πετούν από κοπριά σέ κοπριά καί νά χορεύουν.
Προσπάθησαν νά τήν κάνουν νά μιλήσει. Αλλά αυτή δέ μίλησε. Λάλησαν οί πιτ’νοί (κοκόρια) και έφυγαν τά καρκατζέλια κι άφησαν την νύφη.
Στά ζούζουλα καί στα καρκαντζέλια δέν έπρεπε νά μιλήσει κανείς, γιά νά μή τόυ πάρουν τήν φωνή.
Δέν έπρεπε να τα πυροβολήσει κανείς, γιά νά μή σπάσει τό όπλο του. Μέ τό φώναγμα τοΰ πετεινού έφευγαν.