Η Πανογιαννου, που πήγε αδικοχαμένη, γιατι κάηκε όταν άρπαξε φωτιά το σπίτι της, βρυκολάκιαζε και πήγαινε τη νύχτα στο σπίτι του παιδιού της και έτρωγε αλεύρι. Το έβλεπαν και άλλοι γιατι πήγαινε και σε άλλα σπίτια. Μια βραδιά, τα μεσάνυχτα, βγηκε ο Κυριάκος του Δημήτρη του Ζούρα έξω να κατουρήσει.
Και την είδε και ερχόταν προς το μέρος του με καλυμμένο το κεφάλι με ύφασμα που χρησιμοποιούνταν επι τουρκοκρατίας. Το παιδί έτρεξε, εκλεισε την πόρτα και χώθηκε στο κρεβάτι που κοιμόντουσαν τα αδέρφια του.
Εκείνη ήρθε στην πόρτα, την χτύπησε και τους μίλησε. Είπε: «Άνοιξτε γιέ μου».
Γνώρισαν την φωνή της αλλα δε της άνοιξαν και αυτή εξαφανίστηκε.
Μια άλλη βραδιά, την είδε η Παππαδογιαννού. Πήγε να πάρει ξύλα έξω απο την αυλή της και είδα που στεκόταν κολλημένη στον τοίχο. Την είδαν και άλλοι πολλοί.
Το παιδί της δεν μπορούσε να αντέξει οτι του έτρωγε το αλεύρι. Ενα βράδυ κρύφτηκε και όταν την είδε την τουφέκισε. Απο τότε δε την είδε ποτέ κανείς πια.