ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/haunted.gr/vrikolakes
haunted.gr·1904·Νικόλαος Γ. Πολίτης

Καταχανάς - Καλλικράτης Χανίων

Τον παλιό καιρό, στο χωριό Καλλικράτι εβγήκεν ένας καταχανάς και δεν ήξεραν τι άνθρωπος ήτον ή από που ήταν. Τούτος ο καταχανάς εχάρασε παιδιά και πολλούς ανθρώπους μεγάλους, και ερήμωσε και το χωριό εκείνο και πολλά άλλα. Τον είχαν θάψει στον Άγιον Γεώργιον στο Καλλικράτι, και κατά τον καιρόν εκείνον ήτον σημαντικός άθρωπος και του είχασι καμάραν καμωμένην.

Ήτον και ένας βοσκός, σύντεκνός του μερωτικός, και έβοσκε ζώα εκεί κοντά εις την εκκλησίαν, όμως τον έπιασε βροχή. Και πήγε στο μνήμα να κρυφτεί από τη βροχή. Μετ' αυτό, αποφάσισε να κοιμηθεί και να κοιμηθεί εκεί. Και εβγαλε τα όπλα του και τα έβαλε στο προσκεφάλι του σταυρωτά - και με αυτό τον τρόπο, έλεγε ο κόσμος πώς έτσι δεν μπορούσε να τον πλησιάσει ο καταχανάς.

Τη νύκτα λοιπόν αυτός, όπως θέλησε να ξεκνιήσει πάλι για να πάγει να κόψει αθρώπους, Λέει του βοσκού: «Σήκω, σύντεκνε απο δώ, επειδή έχω δουλειά και πρέπει να φύγω». Αυτός δεν του απάντησε, ούτε την πρώτη φορά, ούτε την δεύτερη ούτε και την τρίτη. Αυτό έγινε γιατι ο βοσκός γνώριζε πως αυτός ήταν καταχανημένος, και εἰναι αυτός απού έκανε εκείνα τα κακά.

Για αυτό το λόγο, την τεταρτη φορά που του απευθύνθηκε ο καταχανας, αυτός του είπε: «Δε σηκώνομαι απ' εδά, γιατί φοβούμαι, σύντεκνε. μην πά' να έχεις από κακόν αγέρα πράμα παθωμένο και με πειράξεις, και φοβούμαι. Όμως σα θέλεις να σηκωθώ, μνώξε μου, μά το αναβόλι σου, οπώς δε με πειράζεις, και έτσι σηκώνομαι». Και αυτός δεν του απάνταγε στην ερώτηση. Όμως επειδή δεν τον άφηνε να σηκωθεί, του έμνωξε ως καθώς που ήθελε.

Και σηκώνεται απ' εκεί, και παίρνει τα όπλα του και τα βγαίνει από το μνήμα όξω. Και αυτός [ο καταχανάς] προχώρησε, και χαιρετήθηκαν, και του είπε: «Όμως, σύντεκνε, μη μισέψεις, αλλά κάθισε εδά, απού έχω δουλειά δια να πάγω, και εις μίαν ώραν θενά γυρίσω, απού έχω λόγον να σου μιλήσω». Και αυτός τον εκαρτέρησε.

Και ο καταχανάς πήγε ὡς δέκα μίλια δρόμον, απού ήτονι ένα ανδρόγυνο ευλογισμένον, και τους εχάρασε και γιάβρη οπίσω, και τον είδεν ο σύντεκνός του απού εβάστα το σκώτι, και ήτανι τα χέρια του ογρά από το αίμα. Και εκεί απού το εβάστα, το εφύσηξεν, ώς καθώς απού φυσά ο χασάπης δια να μεγαλώσει το σκώτι. Και του έδειξεν οπώς ήτον ψημένον ως καθώς και εις την φωτιάν.

Μετ' αυτά του είπε: «Να καθίσομεν, σύντεκνε, να ψάμε». Και αυτός έκαμεν οπώς έφαγε, όμως έτρωγε ξηρόν ψωμί, και από εκείνο δεν έφαγε, αρρά το έβαλε στον κόρφον του. Διαταύτως ήρθεν η ώρα οπώς να αναχωρήσουσι, και του είπεν οπώς: «Σύντεκνε, τούτο απού είδες, να μη το μαρτυρήσεις, γιατί τα εικοσί μου ανύχια εις τα παιδιά και εις τον απατόν σου θα είναι κρεμασμένα».

Και αυτός όμως δεν έχασε καιρόν, παρά έδωκεν την είδηση εις ιερείς και εις επιλοίπους ανθρώπους, και επήγασαν και εβρήκασάν τον εις το μνήμα, και εγνωρίσασιν όροι οπώς αυτός είχε όρα τα κακά καμωμένα. Διαταύτως εμαζέψασιν οι άνθρωποι ξύλα πορρά, και τον εβάλασιν απάνω και τον εκάψασιν.

Και ο σύντεκνός του δεν ήτον εις το εύγορον. Και όταν ήτονι μισοκαημένος, επρόβαλε και αυτός δια να κάμει χάζι, και επέταξεν ο καταχανάς ως καθώς μίαν ρουχάλα με αίμα, και του έδωκεν εις το πόδι του. Και ελύθηκεν ως να ήτονι εις την φωτιάν ψημένον. Διαταύτως εκοσκινίσασι και τον άθον, και εβρήκασι το μικρό ανυχάκι του καταχανά άκαγον, και το έκαψαν και εκείνο.

haunted.gr