Μια περίεργη ιστορία για την ένωση μιας Νηρηίδας με έναν θνητό, που αφηγείται ο Χουρμούζης στα Κρητικά , αξίζει να παρατεθεί εδώ, γιατί παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς περιέχει ίχνη σύνδεσης με τους αρχαιότερους ελληνικούς μύθους.
Η ιστορία ειπώθηκε στον συγγραφέα πριν από περίπου εξήντα χρόνια από έναν ηλικιωμένο χωρικό, ο οποίος την περιέγραφε ως διήγηση που του είχε μεταδώσει ο παππούς του και συνδεόταν με μια σπηλιά στην επαρχία Πεδιάδας, στην Κρήτη, η οποία περιέχει μια πηγή με εξαιρετικό νερό και είναι γνωστή σε όλους τους κατοίκους της περιοχής ως η Σπηλιά των Νηρηίδων.
Η ιστορία έχει ως εξής: Ένας νέος από το χωριό Σγουροκεφάλι, που είχε μεγάλη δεξιοτεχνία στη λύρα, συνήθιζε να συνοδεύει τις Νηρηίδες στη σπηλιά τους και να τους παίζει μουσική. Μία από αυτές τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα, και έτσι ζήτησε τη βοήθεια μιας σοφής ηλικιωμένης του χωριού για να μάθει πώς θα μπορούσε να την κάνει γυναίκα του. Η γριά τού είπε να την πιάσει από τα μαλλιά όταν πλησιάζει η ώρα που λαλεί ο κόκορας και να μην την αφήσει, ό,τι κι αν κάνει —όποιες μορφές κι αν πάρει για να τον τρομάξει ή για να ξεφύγει— μέχρι να λαλήσει ο κόκορας.
Έτσι, την επόμενη φορά που οι Νηρηίδες τον πήραν μαζί τους στη σπηλιά, έπαιξε, όπως συνήθιζε, για να χορέψουν· αλλά καθώς πλησίαζε η ώρα του πρώτου λαλίσματος, πέταξε τη λύρα στην άκρη και... ..άρπαξε τη Νηρηίδα που αγαπούσε από τα μαλλιά. Αμέσως εκείνη άλλαξε μορφή και μεταμορφώθηκε κάτω από το χέρι του, σαν τον Πρωτέα — πρώτα σε σκύλο, έπειτα σε φίδι, μετά σε καμήλα και τέλος πήρε τη μορφή της φωτιάς. Εκείνη τη στιγμή λάλησε ο κόκορας, οι άλλες Νηρηίδες εξαφανίστηκαν, και η αιχμάλωτή του, ξαναπαίρνοντας την φυσική της μορφή, τον ακολούθησε σιωπηλά πίσω στο χωριό. Μέσα σε έναν χρόνο του χάρισε έναν γιο. Όλο αυτό το διάστημα όμως δεν είχε βγάλει λέξη από το στόμα της.
Για να λύσει αυτό το ξόρκι της σιωπής, ο νέος κατέφυγε ξανά στη σοφή γριά. Εκείνη του είπε να ανάψει τον φούρνο, που όπως σε κάθε ελληνικό σπίτι βρισκόταν έξω από την καλύβα, και παίρνοντας το παιδί, να πει στη Νηρηίδα γυναίκα του: «Αφού δε θέλεις να μου μιλήσεις, θα κάψω το παιδί», και να προσποιηθεί πως θα το κάνει. Ο νέος υπάκουσε και πάλι στη συμβουλή της. Η Νηρηίδα τότε βρήκε τη φωνή της, μόνο και μόνο για να φωνάξει: «Αχρείε, άφησε το παιδί μου!» – καθώς του άρπαζε το βρέφος από τα χέρια και έφευγε τρέχοντας.
Η ιστορία λέει ότι, επειδή έγινε μητέρα, δεν μπορούσε πια να επιστρέψει στις αδελφές της Νηρηίδες, και έτσι εγκαταστάθηκε σε μια κοντινή πηγή, όπου πότε-πότε την έβλεπαν να κρατά στην αγκαλιά της το παιδί της.
Η ιστορία αυτή επαναλέχθηκε το 1866 στον W. J. Stillman, τότε πρόξενο των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κρήτη, από έναν βοσκό, προφανώς σχετικά με την ίδια σπηλιά. Η εκδοχή του ήταν πανομοιότυπη σε όλες τις λεπτομέρειες, με μία μόνο διαφορά: στη δική του αφήγηση, το παιδί πράγματι ρίχτηκε στον φούρνο — και μόνο τότε η Νηρηίδα βρήκε τη φωνή της.