Η φήμη της πανώλης, η οποία σπάνια επισκεπτόταν παλαιότερα την Πελοπόννησο και το Αιγαίο, είχε αρχίσει να κυκλοφορεί έντονα ανάμεσα στον λαό. Ήταν γνωστό ότι κάθε χρόνο η ανελέητη αυτή αρρώστια χτυπούσε την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου συγκεντρωνόταν πλήθος κόσμου.
Και επειδή η ζωή των ανθρώπων είναι φτιαγμένη από χαρμάνι ευτυχίας και συμφορών, λύπης και γέλιου, σε αυτήν την επιδημία συνέβη και ένα επεισόδιο ιδιαίτερα αστείο – ιδού: Ανάμεσα στους Νάξιους κυριαρχούσαν πολλές δεισιδαιμονίες. Πιο πάνω απ’ όλες ήταν η πίστη στους «βουρκολλάκους». Ήταν καθολική η πεποίθηση πως όσοι πέθαιναν μετατρέπονταν σε βουρκολλάκους, εμφανιζόμενοι στους συγγενείς και κάνοντας φοβερά πράγματα.
Ο μυλωνάς που έμενε δίπλα μου είχε δύο κόρες που κάθε πρωί διηγούνταν με φρίκη πώς δύο βουρκόλακες μπαίνοντας με θόρυβο, αναποδογυρίζοντας τα έπιπλα και βασανίζοντάς τες όλη τη νύχτα. Ο πατέρας τους, αγρυπνούσε κρατώντας πυροβόλο όπλο, επιβεβαίωνε τα λεγόμενα και συγχρόνως έκανε τον σταυρό του.
Μια φορά πυροβόλησε έναν βρυκόλακα που περιφερόταν γύρω από το μαγειρίο του. Το πρωί βρήκε την αγαπημένη του γάτα νεκρή: «Είδα τότε τον έναν από τους βουρκόλακες... το πρωί είδε τη γάτα μου άψυχη, η οποία είχε έρθει ειρηνικά στο παράθυρο μου».
Ένας Πρωτοσύγκελος γνωστός για την ευλάβειά του, μεταφέρθηκε στα ουράνια αλλά επέστρεψε ως βουρκόλακας: «Σχηματίζοντας αμέτρητη φάλαγγα, περιφέρονταν τη νύχτα στους δρόμους με τρίξιμο και βρυχηθμούς δοντιών».