Κάποτε ένας έκοψε το δάχτυλο του. Το πέταξε μεσα σε μια κουφάλα πλάτανου και είπε να το πάρει ο διαβολος.
Μπήκε μεσα στο δάχτυλο ο διάβολος και βρυκολάκιασε. Την νύχτα γινότανε ασκί και έβγαινε και κυλούσε στο δρόμο. Όσοι το 'εβλεπαν, πέθαιναν απο το φόβο τους. Δεν ξέρανε τι ήταν και λέγανε πως ειναι στοιχειό που χτυπάει τον κόσμο.
Μια βραδιά, οι άντρες βάλανε στοιχημα 100 γρόσια, να τα πάρει όποιος του βαστάει να παει το βράδυ στην πόρτα της εκκλησίας που χορεύουν οι βρυκόλακες. Ενας απο αυτούς δέχθηκε να πάει.
Πήγε και τους είδε να χορεύουν γυμνοί. Γδύθηκε και αυτός και άρχισε να χορεύει μαζί τους. Χόρευαν και έλεγαν «ντίρνι - ντίρνι».
Των βρυκολάκων δεν φαίνοταν τα γεννητικά όργανα. Γυρίζανε και τον ρωτάγανε: «Τι είναι αυτό που κρέμεται;» Και εκείνος τους απάνταγε πως δεν γνωρίζει τι είναι σηκώνοντας τους ώμους.
Χόρεψαν μέχρι που λάλησε ο πρώτος πετεινός και είπανε: «Ασπρος κόκκορας λαλεί, χορεύτε να χορέψουμε». Λάλησε δεύτερη φορά ο πετεινός και είπαν: «Μαύρος κόκκορας λαλεί, φεύγετε να φεύγουμε».
Μόλις άρχισαν να χωρίζουν μεταξύ τους άρχισαν να ρωτούν ο ενας τον άλλον απο που είναι. Ο ένας είπε απο τον Αγιο Νικόλα, ο άλλος απο την Παναγία και ο τελευταίος είπε οτι ειναι απο τον πλάτανο του Αγίου Γεωργίου.
Μόλις ο άνδρας επέστρεψε, είπε στους φίλους του οτι εκείνο που βγαίνει (το ασκι) είναι στον πλάτανο. Πήγαν εκεί, έβγαλαν το ασκι, το έκαψαν με ξύδι και με λάδια και πια δεν ξαναεμφανίστηκε.