ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/haunted.gr/stoixeia
haunted.gr·Νικόλαος Γ. Πολίτης

Ο Τεντζεράκης - Οιχαλία

Το Καλιμπάκι είναι στοιχειωμένος τόπος, ανάμεσα Δουσίλα και Τρύφα του δήμου Ανδανίας. Εκεί φανερώνεται ένα στοιχειό που το λεν Τεντζεράκη, γιατί παρουσιάζεται μ' ένα μεγάλο τέντζερη στο κεφάλι. Να ιδείς τι μας συνέβη με δαύτον:

Εκινήσαμε μια μέρα να πάμε στου Τρύφα, στον μπατζανάκη μας τον Νικολό Κονταξή, γιατί είχαμε καιρό να βγούμε κείθε και να μη μας κολλήσει τίποτε, κανά ποδοκόπι τάχα. Εδιάκαμε, εβρήκαμε το Νικολό, εκάτσαμε, μας επεριποιήθηκε, λακριντέψαμε και καμπόσο, «Καληνύχτα» του λέμε. «Βρε, τι λέτε, καλοί σαστα;» Τίποτα. «Βρε, τώρα 'ναι πάργι'ρα».«Βρε, τι πάργι'ρα και ξεπάργι'ρα» του λέμε, «πάμε 'σιαμε του Ντουσίλα». «Πού είσαστε, παιδιά: αν πάτε, να πάτε από τ' αλώνια και να μην πάτε από το Καλιμπάκι, γιατί ο Τεντζεράκης δεν χωρατεύει, είναι καπετάνιος του στοιχειούνε». «Βρε, στοιχειά είμαστ' ατοί μας, Νικολό» του λέμε. «Μην το λέτε φτούνο. Ξέρουτ' ο γερο-Τζάνος ο κακομοίρης από τι πέθανε;

Μια νύχτα, ήταν φεγγαράκι σαν ημέρα και έβοσκε τα πρόβατα ένα γύρω το Καλιμπάκι. Ετεντώθη απάνου στην πατουλιώνα, σε κάτι αρκουδόβατα, και σάμπως εγλάριασε. Ακούει βρα, βρα, βρα. Κάνει έτσι, τι να ιδεί: Ένα κοτζά θεριό, με κάτι λά* τόσες, κι ένα κοτζά τέτζερη στο κεφάλι! “Αχά λέγει, εακά την έχω!” Αλλά του βάσταγε η περδικούλα. Χαπ! κά4., και πιάνουνται μέση με μέση. Παλέψανε δυο ώρες σωστές και το νίκησε. Αλλά ήρθε την κονταυγή στο σπίτι τ' αλαφιαομένος, έπεσε χάμου αμίλητος. Μα δεν οχτωημέρισε ο συχω μένος, και σαν το γερο-Τζάνο!»

«Καλά λέγει ο Νικολός, Πύση. Για καλό και για κακό να πάμ' από κάτ' από τ' αλώ- «..» του λέου. «Όχι» μου λέγει, «χάιδε συ απ' αυτού κι εγώ από δω, κι αν ακούσεις φωνή, να 'ρθεις πιλάλα».

Εκινήσαμε, εγώ απ' τ' αλώνια κι εκείνος απ' το Καλιμπάκα. Όσο να πά' παρέκει, ακώ μπαμ! «Χαχά!» λέου μέσα μου, « τα χρειάστηκε ο Τάσης». Πιλαλιό βγαίνω μπροστά. «Βρε Τάση» του σκούζω, «τι έπαθες;» Τον βλέπω λαχανιασμένο. Πρόπ! εσωριάστηκε χάμ΄. «Βρε, πες μου τ' έχεις;» του λέου. «΄Ασε με, Γερογιάννη» μου λέγει, «όσα μου είπ' ο Νικολός, με βρήκαν. Καθώς πήγαινα, έφτασα χάμου στο νεράκι, χάμου χάμου στο Καλιμπάκι, στον πόρο. Κάν' έτσι, γλέπω ένα κοτζά κοφίνι μπροστά στον πόρο. Καθώς ξέρεις, απού πάνου και από κάτου είναι πατουλιώνα, μου ἐπιασε τη στράτα. Γυρίζω πίσω ένα κουρδουμπούλημα τώρα. Πίσω μπροστά! Τι να κάμω; Να διαβάσω τους ξορκισμούς, δεν ήξερα· το Πατερημών ανάποδα, δεν ήξερα. Συλλογίστηκα τη συχωρεμένη τη γρια-Θοδωρά και του γερο-Σαρδέλη τη μάνα, πο' 'λεγε: “Παιδάκι μου, συ περπατείς τις νύχτες. Αν σ' έβρει τίποτε, να γιομίζεις το ντουφέκι σου ανάποδα, με το ζερβί χέρι, να το ρίξεις, και σκοτώνεις το στοιχειό. Αχ, λέγου. Στάσου, καρδιά, στον τόπο σου! Γυρίζω τα χέρια πίσω, αδειάζω την πιστόλα μου, τη γιομίζω με το ζερβί χέρι, στέκω· μια τού τινάζω· το γλέπω, βουρ. βουρ, βουρ, κυλιώντα πάει στο διάβολο τον κατήφορο. Χαϊχάι! το' 'καμα, κι εδώ πήρα φύσημα. Το γλέπεις το μαγκούφι που κρατεί από παλαιικά κει χάμου;»

haunted.gr