Οι αναράδες λέγονται και Αλουστίνες, γιατί βγαίνουν το καλοκαίρι, και μάλιστα τον Αύγουστο. Είναι γυναίκες νέες, πολύ όμορφες, αλαμπορφορεμένες ή ασπροφόρες, έχουν όμως πόδια σαν του γαϊδάρου.
Βγαίνουν το μεσημέρι ή τα μεσάνυχτα, τις νύχτες που δεν έχει φεγγάρι, και χάνουνται το πολύ στις τρεις του πετεινού. Τρελαίνονται στο χορό, και αρπάζουν τους άνδρες, νέους ή γέρους, και τους βάζουν στο χορό.
Σαν χορεύουν οι Αλουστίνες, τραγουδούν: «Πάμπακος ή μόλυβος;» Όποιος πει «Μόλυβος», αφήνουν τον· όποιος πει «Πάμπακος», παίρνουν τον και πάνε στο φτερό.
Όποιος πιάσει Αλουστίνα, γίνεται ευτυχισμένος. Πρέπει να περιμένει τη στιγμή που κράζει ο πετεινός, που θα χαθούν, να πιάσει από το χέρι εκείνη που διάλεξε, και να την κρατάει σφιχτά να μην του φύγει.
Σαν κράξει πάλι ο πετεινός, εκείνη μένει και ακούει του και κάνει ό,τι της πει.
Οι παλιοί έλεγαν, σαν έβρισκες το μεσημέρι Αλουστίνες, να προφτάσεις να πιάσεις κάποια από τα μαλλιά. Αν πιάσεις κάποια Αλουστίνα, να τη βάλεις να γελάσει· ποτέ δεν σταματάει το γέλιο της Αλουστίνας.