Η παράδοση μεταφέρεται από χωριά της Ανατολικής Θράκης. Άμα βρυκουλάκιαζε πεθαμένος, έρχεται τη νύχτα και περπατάει και είναι ένα πράγμα σαν μια κουμπούλια (σωρός), σαν ένα μελισσοκόφινο, και περπατάει στο δρόμο, στά σπίτια. Εκεί πού καθόμασταν το βράδυ είδαμε ένα πράμα σάν μαύρη κουμπούλα νά περπατάει.
Δέν τά πειράζαμε και δεν μας πείραζαν κι αυτά, σηκωνόταν και έφευγαν και δε τους φοβόμασταν. Η γιαγιά μου, μάς έλεγε ότι αυτά είναι βρυκουλακιασμένες ψυχές απο το σόι μας κι έρχονται και μάς βλέπουν, αμα δεν τα πειράζαμε δε μας πείραζαν.
Δεν ήταν καλά άμα πεθαμένος γίνονταν ντεντές. Αυτός έβγαινε από το μνήμα τη νύχτα ολοζώντανος και πηγαίνει στο σπίτι’. Μοναχά η μύτη του ήταν αρκετά γκουτζίκσα (κολοβή).
Θυμάμαι γω πού συζητούσαν με κλάματα πέρα στο χωριό μας, γιά τρεις ντεντέδες πού γύρισαν στα σπίτια τους κί τρεις ήταν παντρεμένοι. 'Ένας πού πάει τήν πρώτη βραδιά στού σπίτι του’, τον βλέπει γυναίκα του έτσι ολοζωντανο και τρόμαξε. — Μην τρομάζεις, της λέει, γυναικα, γώ είμαι, ο’ άντρας σου.» . Αφού πέθανα έγινα ντεντές. Δέν με δέχτηκαν στον άλλο κόσμο κι έτσι κάθε βράδυ θά έρχομαι και θά σέ βλέπώ.
Μετά από μια - δύο φορές που έγινε αυτό,η γυναίκα το είπε στη’ μάνα της. Μωρέ’ μάνα έτσι κι έτσι, έρχεται κάθε βράδυ στο σπίτι. Τί νά κάνώ, μοΰρ μάννα; Τον φοβάμαι. Κρύο και φόβιο (φοβερό) πράμα. Η μάνα της τότε πού ήξερε απο αυτά, της λέει: — Ενα βράδυ, νά τούν ρωτήσεις θυγατέρα πού κρύβεται τη μέρα. Και εκείνη ενα βράδυ τον ρωτάει και εκείνος της είπε ότι κρύβεται στο καραγάτσι (φτελιά) μέσα στήν κουφάλα.
Πρωί, πρωί το είπε στη μάνα της και τότε μαζεύτηκαν κι άλλοι κί έβαλαν γκάζι, κι έκαψαν τήν κουφάλα και ο ντεντές πού ήταν μέσα φωνάζει. σαν το βόδι και δεν ξαναφάνηκε.
Μια άλλη φορά, έτσι, πάλι, παρουσιάστηκε στην γυναίκα του ντεντές κι ερχονταν ολο το βράδυ ετρωγε, έπινε και έμεινε κοντά της ώς τά ξημερώματα. Της είπαν και αυτής να ρωτήσει που έμενε την μέρα και αυτός είπε στο κουμάσι (κοτέτσι). Την άλλη, μέρα έκαψαν το κουμάσ’ και ο ντεντές πού ήταν μέσα πατλάτσι και δέν ξαναφάνηκει.
Στήν τρίτη γυναίκα πού παρουσιάστηκε ο άντρας της ντεντές, το βράδυ ξάπλωνε μαζί της και η γυναίκα έμεινε έγκυος. Το παιδί πού γεννήθηκε είχε κι αυτό μύτη γκουτζίκσα σάν τόν μπαμπά του. Αυτός δέν έλεγε πού κρύβεται τη μέρα και δεν μπορούσαν νά τον κάψουν.
Ολόκληρο το σόι της γυναίκας του το ήξεραν αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τους είπε ένας τί νά κάνουν. Το βράδυ έβαλε η γυναίκα στο τηγάνι λάδι κί τό καψε τάχα γιά νά τηγανίσει αυγά νά φάνε. Κείνη την ώρα έφτασε καί ο ντεντές στο σπίτι και πήγε νά δεί τι τηγανίζει η γυναίκα του γαι να φάει.
Σηκώνει τότε η γυναίκα τού τηγάνι με το καυτό λάδι και τον κοπανάει μιά στο πρόσωπο και τον καίει με το καυτό λάδι. Κάηκε το πρόσωπό του και δέν μπορούσε νά δεί. Φώναζε απο τον πόνο, θύμωσε και άρχισε να κυνηγάει τη γυναίκα του για την πιασει και την απειλούσε πως θα την πνίξει αμα την πίασει για το κακό που του έκανε και στα τυφλά προσπαθούσε να την πιάσει.
Η γυναίκα του άνοιξε το παράθυρο και πήδηξε έξω για να γλιτώσει. Απο τις φωνές του ξύπνησε το μωρό τους που κοιμόταν λίκνο και τρομαγμένο άρχισε να κλαίει. Το άκουγε να κλαίει και απο τον θυμό του που δεν μπορούσε να πνίξει τη γυναίκα του, έπνιξε το παιδί του. Από τότε εξαφανίστηκε και δεν ξαναφάνηκε.