Σε μια ρεματιά που λέγεται Ρουσουνάρα, κοντά στη χώρα, πλένουν όλη την ημέρα οι γιαλούδες. Είναι νέες ασπροφόρες, και πολλές γυναίκες τις είδαν να πλένουν και ν' απλώνουν τα ρούχα των στον ήλιο να τα στεγνώσουν.
Και σ' άλλα μέρη της Μύκονος, κοντά σε στέρνες ή σε ρέματα, είδαν πολλές το καλοκαίρι τις γιαλούδες να πλένουν. Μα άμα τις ιδεί καμιά, αμέσως αφανίζονται.
Καμιά φορά το καλοκαίρι, όταν κάνει πολλή ζέστη και δεν σειέται φύλλο, σηκώνεται ένας ανεμοστρόφιλας που συνεπαίρνει φύλλα κι αγκάθια κι ό,τι βρει μπροστά του. Και η ζέστη γίνεται μεγαλύτερη, που πολλών φουσκαλιάζουν απ' αυτή τα χέρια ή ό,τι άλλο μέρος του σώματός των είναι γυμνό.
Όποιος λοιπόν βγάζει φούσκες, λέει πως οι γιαλούδες τον πιάσανε, και του δίνουν αγιασμό και του κάνουν ευκέλαιο για να γιατρευτεί. Σ' εκείνο τον ανεμοστρόφιλα, ή ύστερα από αυτόν, είναι που φαίνονται οι γιαλούδες.