ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/haunted.gr/kalikatzaroi
haunted.gr·1904·Νικόλαος Γ. Πολίτης

Οι Καρκάντσαλοι της Καρδίτσας

Οι καρκάντσαλοι έχουν την κατοικία τους στον Άδη, κι ρουκανούν με τα δόντια τους τα στύλια που βαστούν τον ουρανό, να μην πέσει κι πλακώσει τη γη. Κι ρουκανώντας ρουκανώντας, κουντεύουν να τα κόψουν τα στύλια.

Τα φέρνουν ίσια με αδράχτι από γνέθουν οι γυναίκες, μα τους πλακώνουν οι μέρες των Χριστουγέννων, κι τ' αφήνουν κι βγαίνουν στον κόσμο. Κι όσου να γυρίσουν πίσω, τα βρίσκουν όπως ήσαν εξαρχής, αφάγουτα. Έτσι είναι από του Θεού, γιατί θα χανόταν ο κόσμος αν έπεφτε ο ουρανός κι πλάκωνε τη γη.

Κι σα ζυγώσουν τα Χριστούγεννα, πηγαίνουν στον κόσμο κι γυρίζουν στα σπίτια των ανθρώπων τη νύχτα, από των Χριστουγέννων ως τα Φώτα, κι τότες φεύγουν. Δεν ξέρετε γιατί περπατούν οι παπάδες την παραμονή των Φώτων κι φουτίζουν στα σπίτια; Για να διώξουν τους καρκαντσαλαίους, όχι γι' άλλο τίποτα.

Ο αρχηγός τους είναι κουτσός, με αυτός με το ένα του πόδι έρχεται πριν από τους άλλους που έχουν δυο πόδια. Των παλιών καιρών οι καρκάντσαλοι εφαίνονταν στον κόσμο. Τώρα γίναμε κι εμείς καρκάντσαλοι από τις κακίες μας, κι δεν τους βλέπουμε.

Κι πολλοί έπαθαν απ' αυτούς. Έτσι κι ο Γιάννης ο Πιπιλιάγκους, ο μακαρίτης. Μα ό,τι έπαθε, το έπαθε από το κεφάλι του, γιατί αυτός τα είχε για χαζά κείνα που κάμουν οι άνθρωποι, που βάζουν αγριοκουρασιές στη φωτιά ή παλιοτσάρχα, για να μη ζυγώνουν τα παγανά στο σπίτι.

Αυτός, τη νύχτα των Χριστουγέννων, άμα βάρεσε ο σημαντρός, πήγε στην εκκλησία κι άναψε δυο κεριά, κι γύρισε πίσω στο σπίτι του, να ψήσει τη γουρνάδα που είχε ετοιμασμένη απ' το βράδυ. Άμα πήγε στο σπίτι του, ετοίμασε τη φωτιά κι έβαλε τη γουρνάδα να ψηθεί.

Εκεί που γύριζε τη σούβλα, βλέπει και μπαίνει από το μπουκάρι ένας ολόγυμνος άνθρωπος - μόνο μια σκούφια είχε στο κεφάλι, σουφλισμένη - με μια σούβλα σιδερένια, που είχε σουφλισμένο έναν μπάκακα, κι πήγε από την άλλη μεριά της φωτιάς, κι γύριζε τη σούβλα να ψήσει τον μπάκακα, ο οργισμένος.

Εκεί που έστριβε τη σούβλα, έλεγε στον Γιάννη: «Πιές κι εσύ, πιές κι εγώ». Ο Γιάννης ο κακόμοιρος κόντεψε να πάθει από το φόβο του, κόπη η φωνή του κι δεν μπορούσε ν' ανασάνει. Τότες ο οργισμένος σκύβει κι κατουράει τη γουρνάδα.

Κι παίρνει τη σούβλα στο χέρι κι κουμπανίζει μια στο κεφάλι του κακόμοιρου Γιάννη, για σκοτωμό. Τότες ο Γιάννης πήδηξε κι τρέχει έξω από το σπίτι του κι το λέει στους γείτονές του, κι πηγαίνει μαζί μ' αυτούς στο σπίτι του. Μα δεν τον βρήκαν τον θεοκατάρατο.

Βρήκαν μόνο τη γουρνάδα κι την πέταξαν στη γη, μην τύχει κι φάει κανένα σκυλί κι ψοφήσει, γιατί ήταν καταραμένη από καρκάντσαλου.

Κι άλλοι πολλοί άνθρωποι έχουν πάθει απ' αυτούς, μα βρίσκουν το γιατρικό να ξεσφαλίζονται κι να μη ζυγώνουν στα σπίτια των ανθρώπων. Το γιατρικό είναι η αγριοκουρασιά κι τα παλιοτσάρχα. Γιατί αν έχει κανένας στη φωτιά απ' αυτά, η βρώμη εκείνη τους κάνει να μην περνούν ούτε στο μαχαλά.

haunted.gr