Ἤμουνα δώδεκα χρονῶν παιδάκι, τὸ 1912, καὶ τὸ καλοκαίρι ἔμενα στῆς θειᾶς μου τὸ σπίτι, στὸ κτῆμα, μία ὥρα ἔξω ἀπ᾿ τὴ Μεθώνη. Ἡ θειά μου, φεύγοντας γιὰ τὴ Μεθώνη νὰ ψωνίσει, μᾶς εἶπε, ἐμένα καὶ τῶν ἐξαδερφῶν μου:
— «Τὸ μεσημέρι μὴ πᾶτε στὸ πηγάδι, γιατὶ πᾶνε Νεράϊδες καὶ χορεύουνε».
Τὸ πηγάδι αὐτὸ ἤτανε κοντὰ στὸ ρέμα, σὲ μιὰ χούνη. Καὶ ρώτησα ἐγώ: «Τί εἶναι αὐτὲς οἱ Νεράϊδες;» Καὶ μοῦ εἶπε ἡ θειά μου:
— «Εἶναι κάτι γυναῖκες ὄμορφες ποὺ χορεύουνε κι᾿ ὅποιος πάει ἐκεῖ κοντὰ γιὰ νερὸ καὶ τὸν δοῦνε, τόν δέρνουνε καὶ τον παίρνουν καὶ μαζί τους».
Ἐγὼ ἐπήγαινα τὰ μεσημέρια ἐκεῖ, ἀλλὰ ἐπειδὴ φοβόμουνα ἀνέβαινα στὴ μυγδαλιά, ποὺ ἤτανε κεῖ κοντὰ στὸ πηγάδι, ἀλλὰ ποτὲ δὲν τὶς εἶδα.