Αν περνάει κανένας κοντὰ ἀπὸ τὰ μνήματα, ὁποιαδήποτε ὥρα καὶ ἂν εἶναι, στέκεται καὶ κάνει τὸ σταυρό του. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ ὅταν ἀκόμα περνοῦν ἀπὸ τὸν τόπο, ὅπου σκοτώθηκε κάποιος.
Στὸν τόπο αὐτὸ βάζουν πάντοτε ἕνα κάποιο σημάδι, ποὺ μαρτυράει πὼς εκεί χύθηκε αἷμα. Βάζουν δηλ. ἢ ἕνα ξύλινο σταυρὸ ἢ κάμνουν ἕνα μικρὸ σωρὸ ἀπὸ πέτρες.
Πιστεύουν πὼς τὸ αἷμα τοῦ σκοτωμένου μιλάει τὴ νύχτα. Ὡς τα 40 του, ὅσοι περνοῦν ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου ἔγινε ὁ φόνος, ἀκοῦν τὶς φωνές, ποὺ βγάζει τὸ αἷμα· «Οὔι, οὔι!»
Τὸ λὲν στοὺς σπιτικοὺς τοῦ σκοτωμένου, καὶ εκεῖνοι παίρνουν τὸν παπᾶ καὶ πηγαίνουν καὶ κάνουν τρισάγιο. Ὕστερα ἀπὸ τὸ διάβασμα οἱ φωνὲς δὲν ξανακούονται πιά.
Γιὰ τὸ σκοτωμένο πάντα ἔχουν μεγάλο φόβο μὴ βγει βρουκόλακας, γιατὶ ἔχει πληγὲς στὸ σῶμα του. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σκοτωμένο μὲ τὶς πληγές του φοβοῦνται ἀκόμα καὶ κείνους, ποὺ ἀπὸ τὴν ἀκινησία πάνω στὸ κρεββάτι τῆς μακρόχρονης ἀρρώστιας τὸ σῶμα τους τρύπησε. Ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς πλύνουν μὲ ζεστὸ νερὸ καὶ τοὺς ζεματίζουν μὲ βραστὸ κρασί, μπήγοντας βαθιὰ στὶς πληγὲς μιὰ βελόνα.
Ἔτσι ἀνοίγουν στὸ σῶμα τους τρύπες γιὰ νὰ βγαίνει ἀπὸ κεῖ κάθε ἀκαθαρσία καὶ νὰ μὴ φουσκώνει ὁ πεθαμένος, ὅσο ἀκόμα μένει στὸ σπίτι ξαπλωμένος. Ἂν δὲ γίνει αὐτό, βγαίνουν βρουκόλακες.
Οἱ βρουκόλακες παίρνουν πάντα μορφὴ ζῴων καὶ πιὸ πολὺ γάτας, βγάζοντας κωλοφωτιές.
Γυρίζουν στοὺς δρόμους καὶ πιὸ πολὺ στὰ σταυροδρόμια, ἐκεῖ δηλαδή ὅπου γίνεται ἡ διασταύρωση, ἡ συνάντηση πολλῶν δρόμων, καὶ χορεύουν τραγουδῶντας:
Ἂν μᾶς ἐκαψέτε τί μᾶς ἐκανέτε; τὸ δαυλὶ στὸν κῶλο δὲν μᾶς τό βαλέτε.
Πηγαίνουν ἀκόμα στὰ σπίτια κατεβαίνοντας ἀπὸ τὸ τζάκι. Ἐκεῖ κάνουν πολλὲς ζημιές. Τρῶνε διάφορα τρόφιμα, μέλι, γλυκά, διάφορα λίπη, λίγδα, βούτυρο κ.λ.π., μουρνταρίζουν (μολύνουν) τὸ ἀλεύρι, χύνουν τὸ πετιμέζι κ.τ.λ. Πολλὲς φορὲς χτυποῦν τὰ παράθυρα καὶ ἄλλες πάλι φορὲς ῥίχνουν πέτρες ἀπὸ τὸ τζάκι μπροστὰ στὴ φωτιά.
Μόλις μάθουν πὼς κάποιος βρυκολάκιασε, δὲν τὸ λένε στὸ σπίτι, ὅπου ζοῦσε, ἀλλὰ πᾶνε στὸ μνημα, ἀνάβουν ἕνα δαυλὶ καὶ τὸ χώνουν στὴν τρύπα κοντὰ στὸ κεφάλι, ἀπ᾿ ὅπου ὁ βρυκόλακας βγαίνει τὴ νύχτα. Αὐτὸ τὸ λένε κάψιμο. Πρέπει νὰ γίνει τὸ ἴδιο τρία Σάββατα κατὰ σειρὰ καὶ πολὺ πρωΐ, σκάζοντας ἡ χαραγή. Ὅταν τὸν καῖνε, δὲν βάζουν θυμιάμα. Γίνεται πάντα στὸ χάσιμο τοῦ φεγγαριοῦ. Πιστεύουν πὼς βρυκόλακας βγαίνει ἀκόμα, ἂν δὲν τὸν φυλάξουν τὸ βράδυ, ποὺ μένει στὸ σπίτι, καὶ τὸν δρασκελίση (πηδήσει, περάσει ἀπὸ πάνω) ἡ γάτα ἢ καὶ κανένα ποντίκι.