Ο Νώτης Μακρής, ζωγράφος και καθηγητής της Ιχνογραφίας, είχε ένα σκυλάκι που αγαπούσε πάρα πολύ και το οποίο τον υποδεχόταν με ζωηρές εκδηλώσεις χαράς κάθε φορά που επέστρεφε στο σπίτι του.
Ένα μεσημέρι, επιστρέφοντας, το σκυλάκι τον προϋπάντησε όπως συνήθως, με τις ίδιες εκδηλώσεις χαράς. Ο Μακρής του μίλησε όπως πάντα και έπαιξε μαζί του.
Πόση όμως ήταν η έκπληξή του, όταν σε λίγο έμαθε από την αδελφή του ότι το σκυλάκι είχε βρεθεί νεκρό από πριν, στο υπόγειο.
Η πρόσφατη όμως εντύπωσή του ήταν τόσο ζωντανή, ώστε αναγκάστηκε να κατεβεί ο ίδιος στο υπόγειο και να δει το πτώμα του ζώου για να πεισθεί.
Τρεις εξηγήσεις μπορούν να δοθούν για αυτό το επεισόδιο:
Η πρώτη εξήγηση είναι ότι οι οικείοι του Μακρή, σκεπτόμενοι τη βαριά εντύπωση που θα του έκανε ο θάνατος του σκύλου όταν θα γύριζε, του μετέδωσαν ασυνειδήτως αυτή την εντύπωση, την οποία ο εγκέφαλός του απέδωσε με τη μορφή ψευδαίσθησης: την παρουσία δηλαδή του ζώου.
Η δεύτερη εξήγηση είναι ότι ο Μακρής διαισθάνθηκε τον θάνατο (διόραση), και ο εγκέφαλός του, επηρεασμένος από το Υποσυνείδητο, έπλασε την ψευδαίσθηση των συνηθισμένων σκηνών με τις οποίες τον υποδεχόταν το ζώο. Είναι χαρακτηριστικό, μάλιστα, μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάσει η δύναμη της ψευδαίσθησης.
Η τρίτη εξήγηση είναι το λεγόμενο Έκτοπλασμα, το οποίο θα περιγραφεί εκτενέστερα σε επόμενο άρθρο των Αστυνομικών Χρονικών.