Την 30ή Ιανουαρίου 1955, κατόπιν προσκλήσεως της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, δόθηκε στην αίθουσά της διάλεξη υπό του Άστυν. Δ/ντου Α' κ. Νικολάου Αρχιμανδρίτου με θέμα: «Η χρησιμοποίηση των ψυχικών φαινομένων από την εγκληματολογική αστυνομία».
Την διάλεξη αυτήν παρακολούθησε πολυπληθές ακροατήριο. Έτσι: Κυρίες και κύριοι, ο σεβαστός, αειθαλής και φιλτάτος πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, κ. Άγγελος Τανάγρας, με περιέλαβε στο προσκλητήριο των ομιλητών, στο οποίο ήταν αδύνατο να μη δώσω το παρόν.
Έτσι, ύστερα από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, με μεγάλη μου χαρά βλέπω τόσα αγαπητά πρόσωπα, που δεν έπαψαν ποτέ να υπηρετούν την επιστήμη στην προσπάθειά της για την έρευνα των ψυχικών φαινομένων.
Το θέμα που θα μας απασχολήσει σήμερα είναι «η χρησιμοποίηση των ψυχικών φαινομένων από την εγκληματολογική αστυνομία». Μα πριν ασχοληθούμε με το θέμα αυτό, θα ήθελα να σας πω μερικά πράγματα σχετικά με το επάγγελμά μας, το επάγγελμα δηλαδή των αστυνομικών.
Ασφαλώς θα έχετε διαβάσει αστυνομικά μυθιστορήματα, που τόσο αφθονούν στα βιβλιοπωλεία και στα περίπτερα. Οι Σέρλοκ Χολμς, οι Νάτ Πίνκερτον, οι Ντικ και οι άλλοι διάσημοι ντέτεκτιβ των μυθιστορημάτων αυτών, θα σας έχουν κάνει να νομίζετε πως τα γραφεία μας είναι γεμάτα μυστήρια και καταχθόνια εργαλεία που τα χρησιμοποιούμε κάθε φορά για την ανακάλυψη των μυστηριωδών εγκληματιών.
Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Είμαστε κι εμείς, όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, και για κάθε περίπτωση χρησιμοποιούμε τα μέσα που μας δίνουν οι επιστήμες και οι τέχνες για να κατορθώσουμε να προλάβουμε διάφορα εγκλήματα ή να παραδώσουμε στη δικαιοσύνη τους ανθρώπους εκείνους που κατόρθωσαν να κάνουν ένα μεγάλο έγκλημα, χωρίς να γίνουν αμέσως γνωστοί.
Πρόκειται δηλαδή περί των διαφόρων σκοτεινών εγκλημάτων, όπου οι αστυνομικοί πρέπει να ενεργήσουν ήρεμα, μελετημένα, επιστημονικά, ψυχολογημένα και χωρίς να παραλείψουν απολύτως τίποτε από ό,τι θα μπορούσε να βοηθήσει στη διαλεύκανσή τους και στη σύλληψη των δραστών.
Έτσι, οι αστυνομικοί αυτοί πρέπει να έχουν ποικίλη και πλουσιότατη εγκυκλοπαιδική μόρφωση, για να μπορέσουν να συγκεντρώσουν τα στοιχεία εκείνα που θα οδηγήσουν στην επιτυχία. Μα πάνω απ’ όλα πρέπει να έχουν μεγάλη ψυχολογική ικανότητα.
Αστυνομικός που δεν θα μπορέσει σε μια δεδομένη περίπτωση να ψυχολογήσει τους πάντες και τα πάντα, ελάχιστες ελπίδες επιτυχίας θα έχει. Ένας καλός αστυνομικός δεν πρέπει να παραλείπει καμία απολύτως ενέργεια, για να μπορέσει να συγκεντρώσει και να εξασφαλίσει την εκμετάλλευση διαφόρων ιχνών, πειστηρίων και ψυχολογικών παρατηρήσεων, που θα αφαιρέσουν σιγά-σιγά το πέπλο του μυστηρίου και θα αποκαλύψουν το έγκλημα και τους εγκληματίες, όποιοι και αν είναι και όπου κι αν κρύπτονται.
Ωστε σήμερα πρέπει να θεωρείται ότι δεν έχει άρτια και πλήρη κατάρτιση ο αστυνομικός εκείνος που, σε μια δεδομένη περίπτωση, θα απορρίψει ασυζητητί —και δεν θα θελήσει να περιλάβει στον κύκλο των ερευνών του— τα δεδομένα διαφόρων ψυχολογικών παρατηρήσεων και ψυχικών φαινομένων.
Δικονομικώς, ο αστυνομικός μπορεί κατά τις έρευνές του για τη διαλεύκανση ενός εγκλήματος να προβεί σε κάθε ενέργεια νόμιμη, και τέτοια είναι κάθε ενέργειά του που δεν θίγει την προσωπική ελευθερία, την τιμή και τη σωματική ακεραιότητα των πολιτών.
Κανένα λοιπόν κώλυμα δεν υπάρχει για την Αστυνομία να χρησιμοποιήσει, κατά την έρευνα μιας εγκληματικής υπόθεσης, τη μεταβίβαση της σκέψεως (τηλεπάθεια), τη διόραση, την ψυχομετρία ή και άλλα ψυχικά φαινόμενα.
Φυσικά, τα στοιχεία που με την τηλεπάθεια, τη διόραση ή την ψυχομετρία θα επισημανθούν, πρέπει να υποστούν τον έλεγχο της διαπίστωσης. Και το σημείο ακριβώς αυτό είναι το λεπτότερο απ’ όλα, γιατί ο έλεγχος θα πρέπει να γίνει επιστημονικά και τεχνικά τέλεια, ώστε ν’ αποφευχθούν σφάλματα που μπορεί να είναι εις βάρος της τιμής και της υπόληψης αθώου κάποιου προσώπου.
Όπως ανέφερα λοιπόν, η χρησιμοποίηση από έναν αστυνομικό ή ανακριτή των ψυχικών φαινομένων δεν αντίκειται στο νόμο, εφόσον δεν θίγει τα ατομικά και ανθρώπινα δικαιώματα του πολίτη· και τούτο δεν αναγράφεται ρητώς στη Δικονομία όπως έχει γίνει για άλλες ανακριτικές ενέργειες, δηλαδή για την έρευνα, τη γραφογνωμοσύνη κ.λπ.
Συνέπεια τούτου είναι να μη βρίσκει κανείς σχεδόν γραπτές οδηγίες σχετικά με τον τρόπο της χρήσης των ψυχικών φαινομένων στα επίσημα διδακτικά βιβλία των Αστυνομικών Σχολών.
Γι’ αυτό ακριβώς, προ 20ετίας είχα γράψει σχετική μελέτη με τίτλο «Έγκλημα — Ύπνωτισμός — Υποβολή», όπου ανέπτυξα με κάθε δυνατή λεπτομέρεια όλα τα σχετικά με την υποβολή εν εγρηγόρσει, με τις υποβολές επί υστερικών ατόμων, τις αυθυποβολές, τις αμνησίες κ.λπ.
Επίσης ανάλυσα τα ζητήματα σχετικά με εγκλήματα που διαπράττουν υπνωτισμένα άτομα, με παραληρητικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια ύπνωσης και με τον ποινικό καταλογισμό των εγκλημάτων που διαπράττουν διάφορα υπνωτισμένα άτομα και υπνοβάτες.
Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο ασχολήθηκα και με το σπανιότατο αλλά πολύ σπουδαίο φαινόμενο της διπλής ή πολλαπλής ατομικότητας, το οποίο φέρνει πλήρη σύγχυση στις δικαστικές αρχές όταν πρόκειται περί εγκλήματος, καθώς και στους ψυχοφιλόσοφους από την άποψη της ερμηνείας του φαινομένου αυτού.
Τέλος, στο βιβλίο μου αυτό εξετάζω και το ζήτημα της χρησιμοποιήσεως των ψυχικών φαινομένων για την εξιχνίαση των εγκλημάτων.
Πριν αναφέρω όμως ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα ψυχικά φαινόμενα συνετέλεσαν στην εξιχνίαση διαφόρων εγκλημάτων και στη σύλληψη των δραστών, θα τονίσω ότι οι αστυνομικοί και οι ανακριτές πρέπει να χρησιμοποιούν όλα τα νεώτερα τεχνικά, επιστημονικά και πρακτικά μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, χωρίς να παραλείπουν, όταν τούτο είναι δυνατόν, να χρησιμοποιούν και τα ψυχικά φαινόμενα.
Και τώρα θα σας αναφέρω μερικές περιπτώσεις κατά τις οποίες, με τη χρήση των ψυχικών φαινομένων, τόσο σε ξένες χώρες...