Σ' ένα σπίτι, ό,τι και αν έπεφτε χάμου εχανότανε, μα παράδες, μα χρυσαφικά, μα κομπί, μα βελόνι. Η νοικοκυρά δεν έλεγε ποτέ τση τίποτε. Το σπίτι επήγαινε σαν θέλει ο Θεός.
Μία μέρα, μία φιλενάδα ελησμόνησε το δαχτυλίδι τση, που τση το έδεχνε στο καναπέ. Σαν έφυγε, το είδε και το έβαλε πάνου στο κομό, και κράζει το παιδί τση να του το δώσει να τση το πάει. Το παιδί ήλθε, και έδωκε το δαχτυλίδι. Πέφτει από το χέρι του παιδιού, και το δαχτυλίδι εχάθηκε.
Έρχεται και ο άντρας τση στο αναμεταξύ, και το παιδί λέει που του έπεσε το δαχτυλίδι. Κοιτάνε εδώ, κοιτάνε εκεί, τίποτσι. Το δαχτυλίδι εχάθηκε. Τότε η γυναίκα τού μολογάει πως ι και αν πέφτει στο σπίτι, χάνεται.
Τι να γίνει: (Ο άντρας το πιστεύει. Δέρνει τη γυναίκα του, και πάει και αγοράζει άλλο δαχτυλίδι τση ξένης γυναίκας. Από τη στιγμή εκείνη σε φωτιά στο σπίτι, δυστυχίες απάνου σε δυστυχίες.
Μία μία που άκουσε τούτο, τσου είπε να φύγουνε αμέσως, γιατί ίνχι θυμωμένο μαζί τσου το στοιχειό του σπιτιού, γιατί μ ερτύρησε που χάνει ό, τι πέφτει χάμου.
Σαν πέφτει κάτι χάμου και δε βρίσκεται, το παίρνει ο τσότος του σπιτιού ή το στοιχειό του σπιτιού, και το φυλάει και δίνει την αξία πολύ περισσότερο από άλλο μέρος. Μα όταν αρτυριέται, θυμώνει· και αν δε φεύγουνε από το σπίτι, έπειτα κκό τσι δυστυχίες έρχεται και ο θάνατος.