Πολλοί έχουν νά διηγηθούν πολλά γιά τά φαντάσματα. «Μιά φορά ημουν εξω τη νύχτα, διηγείται ένας αειθαλής γέρος. Πέρασε ή ώρα και σηκώθηκα να φύγω.
Οταν βγήκα εξω με έπιασε πολύ μεγάλος φόβος. Ηταν η ώρα που έβγαιναν τα φαντάσματα. Μεσάνυχτα ήταν, Όταν έφτασα στην πλατεια σταμάτησα. Στο πηγάδι πιο πάνω, εβγαινε φάντασμα. Ξεκινάω να προσευχηθώ, σταματάω. Φοβάμαι.
Σκέφτομαι να γυρίσω πίσω, αλλά που να πάω; Και σε άλλους δρόμους είχε πηγάδια. Να πάω απο τα μνήματα ( νεκροταφείο); Με έπιανε πάλι φόβος. Μια σκεφτόμουν να προχωρήσω μπροστά, μια να γυρίσω πίσω αλλά δεν μπορούσα να αποφασίσω. Με είχε πιασει μαύρος ιδρώτας.
Τελικα ξεκίνησα σιγά σιγά. Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στο πηγάδι. Τίποτα δε φαινόταν. Οταν κόντεψα να ξεκινήσω, είπα μέσα μου, “ Θα με φάει, θα με φάει”. “ Θα κλείσω τα μάτια μου, θα τρέξω και ο’τι γίνεται. Οταν πέρασα τελικά απο το πηγάδι και έφτασα κοντά στο σπίτι, κοίταξα πίσω μου αλλά δεν ήταν τίποτα εκεί. “Δεν θα με είδε”, είπα και γλύτωσα. Δεν ξαναβρέθηκα νύχτα έξω.
Και ποιος δεν έτυχε να δεί φάντασμα; Λιγο πιο πάνω απο την πλατεία σε κάτι χαλάσματα, εμφανίζεται μια αγελάδα που την αρμέγει μια κοπέλα. Πολλά παιδιά επίσης έτυχε να την δούν. Εδω πριν, έβγαινε αρκούδα. Φαίνεται πως άλλαξε μορφή το στοιχειό.