Κάποτε ένας ξεκίνησε με τό κάρο του νά πάει σε ένα διπλανό χωριό. Στό δρόμο πού πήγαινε, έφτασε σε μιά βρύση.
Σ’ εκείνη τή βρύση είδε έναν ωραίο χορό, τόν έσερναν λεβέντες άντρες ντυμένοι τσολιάδες και γυναίκες ντυμένες Σουλιώτικα. 'Οταν ο χωρικός έφτασε στη βρύση τόν σταμάτησαν και ολος εκείνος ό κόσμος πού χόρευε πήδησε πάνω στό κάρο.
Ό χωρικός χτύπησε τά ζώα του, μα αυτά δεν προχωρούσαν. Τά χτύπησε, τά ξανακτύπησε, τά ζώα δεν προχωρούσαν. Τότε ό χωρικός θυμήθηκε τά λόγια της γιαγιάς του: «Σταμάτησε στή βρύση και περίμενε νά λαλήσουν τά κοκόρια».
Μόλις λάλησαν τά κοκόρια τά ζούζουλα 'εκείνα έφυγαν χωρίς νά πειράξουν τον χωρικό. Ο χωρικός χαρούμενος πού δεν επαθε τίποτα τράβηξε γιά τό σπίτι του.