Ο καθηγητής του Γυμνασίου, κ. Σπυρίδων Κ. Γεωργίου, διορισμένος το 1925 στο Γυμνάσιο Νεάπολης Κρήτης, διέμενε εκεί μαζί με τη μητέρα του, όταν ένα πρωινό Παρασκευής η τελευταία ξύπνησε πολύ ταραγμένη εξαιτίας ενός ονείρου.
Είχε δει στον ύπνο της πολλούς συγγενείς τους, ήδη νεκρούς, ντυμένους εορταστικά, να πηγαίνουν στο σπίτι του πατέρα της –που κατοικούσε 50 χιλιόμετρα μακριά–, δήθεν για κάποιο επίσημο γεγονός.
Η ίδια ερμήνευσε τότε αυτό το όνειρο ως βέβαιο σημάδι θανάτου του πατέρα της. Ο κ. Γεωργίου προσπάθησε να την καθησυχάσει, τονίζοντας ότι αν είχε συμβεί κάτι δυσάρεστο, θα είχαν λάβει ειδοποίηση.
Την επόμενη όμως, ένα δεύτερο όνειρο αύξησε την ταραχή και τη βεβαιότητά της, καθώς είδε τον πατέρα της στολισμένο να της πιάνει το χέρι και να τη φιλά στο στόμα, λέγοντάς της: — Φεύγω, παιδί μου!...
Αυτή τη φορά, τίποτα δεν μπορούσε να την ηρεμήσει. — Λέγε ό,τι θέλεις... επέμενε στον γιο της. Είμαι βέβαιη ότι ο πατέρας πέθανε.
Ο κ. Γεωργίου, επηρεασμένος και ο ίδιος από τα όνειρα και τη βεβαιότητά της, αποσύρθηκε στο δωμάτιό του και σημείωσε τις ημερομηνίες.
Πράγματι, μετά από τρεις ημέρες, μια επιστολή του θείου του ανήγγειλε τον θάνατο του παππού του, ο οποίος συνέβη το Σάββατο το βράδυ –δηλαδή τη νύχτα του δεύτερου ονείρου. Η επιστολή τόνιζε ότι ο αποθανών δεν έπαψε να ζητά την κόρη του, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα.
Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, έχουμε δύο τηλεπαθητικές εμπειρίες, αντίστοιχες με τα δύο όνειρα: την πρώτη σε συμβολική μορφή και τη δεύτερη εμφανιστική.
Κατά την πρώτη, το υποσυνείδητο (ή η ψυχή) της κ. Γεωργίου διαισθάνθηκε τηλεπαθητικά –ίσως από τους γιατρούς του ετοιμοθάνατου– την απελπιστική του κατάσταση και το επικείμενο τέλος.
Ίσως, βέβαια, η εντύπωση να προκλήθηκε και από τις απαισιόδοξες σκέψεις του γέροντα, που φοβόταν ότι θα πεθάνει. Πάντως, ο εγκέφαλός της συμβόλισε την εντύπωση με το όνειρο των πεθαμένων συγγενών, οι οποίοι έρχονταν να προϋπαντήσουν τον μελλοθάνατο.
Πράγματι, υπάρχει σε όλο τον κόσμο η πίστη ότι οι προαποθανόντες συγγενείς εμφανίζονται την ώρα του θανάτου για να υποδεχτούν και να παραλάβουν τους δικούς τους.