Κατά τη διάρκεια πλημμύρας τον Νοέμβριο του 1926, ο μικρός πρόσφυγας Γεώργιος Κλείδας παρασύρθηκε από τα νερά του Κηφισού. Το πτώμα του δεν είχε εντοπιστεί μέχρι τα ξημερώματα, λόγω της έκχειλισης του ποταμού.
Ο πατέρας του, κοιμισμένος σε ένα κάθισμα, είδε ένα όνειρο με μια μαυροφόρα γυναίκα να του λέει: «Σήκω να βρεις το παιδί σου…». Η εντύπωση ήταν τόσο ισχυρή, που ξύπνησε και ενημέρωσε τη μητέρα του.
Στην ίδια στιγμή, ο 17χρονος Γεώργιος Γρίβας είδε τον μικρό να χτυπά την πόρτα κρατώντας ένα κόκκινο φαναράκι.
Οι δύο άντρες συνεννοήθηκαν τηλεπαθητικά, βγήκαν ψάχνοντας το παιδί, και τελικά το εντόπισαν νεκρό σε μια χαβούζα κοντά στο Μεταξουργείο, μέσα στη λάσπη, από την οποία προεξείχε το χέρι του.
Ο ιατρός Δ. Μακέδος επίσης ονειρεύτηκε ότι μια γνωστή κυρία τον καλούσε για βοήθεια στο παιδί της. Την επόμενη ημέρα άκουσε τις κραυγές της ίδιας κυρίας, καθώς το παιδί υπέφερε από κακοήθη πυρετό.
-Γιατρέ!! συμφορά μου! Τό παιδί μου γιατρέ! Σώσε το, το βρήκε κροτος.το ή κυρία τού ονείρου τής όποιας τό μικρό είχε πάθει ποροξυσμό κακοήθους πυρετού, ένώ μέχρι τής στιγμής έκείνης ήταν καλά.