Το στοιχειό του Βελιζιού εκαθότανε στη μελικουκιά, το δέντρο που ώς τα σήμερα είναι απ' έξω από το χωριό. Και ήτανε κι αυτό βόιδι αστεράτο, γιατ' είχε ένα αστέρι στο κούτελο, ενώ της Οβριάς δεν είχε. Επάλευε με το στοιχειό της Οβριάς και το ενίκαγε, και εγενότανε πολύ κακό εκεί τριγύρω.
Μια νύχτα ένας ζούδιαρης, ο Γιώργης Καπετάνιος από του Μίραλη, άκουσε μια φωνή που του είπε να σηκωθεί, να ρίξει να σκοτώσει το αστεράτο βόιδι. Εσηκώθη εκείνος και το είδε που επάλευε με το στοιχειό της Οβριάς, και του έριξε με το ζερβί χέρι, και το εσκότωσε το αστεράτο βόιδι. Και έτσι εχάθηκε το στοιχειό του Βελιζιού.
Εκείνος ο ζούδιαρης εκάρφωνε τα στοιχειά, και εκάρφωσε και το στοιχειό του Σουλιού, που επαρουσιαζότανε σα γέρος. Και για τούτο, μια φορά που πήγαινε ο ζούδιαρης στη Γουρζούμισσα, εμαζωχτήκανε τα στοιχειά, και επαρουσιαστήκανε σα λαγωνικά, και τον εφάγανε και επέθανε.
Και όντας επέθανε, τον εψάξανε και δεν ήβρανε πουθενά δαγκωματιά σκυλιού, νώ ακούσανε τις βουιξιές και το κακό που γινότανε όντας τού κέσανε απάνου ναν τον φάνε, κάτου στο λαγκάδι.