Κάποτε οι άνθρωποι βρυκολακιασαν γιατι δε τους διάβαζαν σωστά (όταν πέθαιναν). Δεν ήξεραν γράμματα οι παπάδες και για αυτό σηκώνονταν καθώς λένε.
Μια φορά μια γυναίκα στην Βοστινίτσα (σημερινό Δάφνος) που την έλεγαν Χλιάρινα, απέβαλε κατα τη διάρκεια της γέννας. Το παιδί βγήκε ζωντανό μεν, αλλά αποβίωσε. Τότε το τύλιξαν με κουβέρτες και το έβαλαν στο καροτσάκι.
Μετά απο λίγες μέρες το παιδί ζωντάνεψε. (Έγινε βρυκόλακας) και πήγαινε ο βρυκόλακας και βύζαινε τη μάνα του και αυτή αρρώστησε και κόντεψε να πεθάνει γιατι δεν ήξερε τι γίνεται.
Ένα βράδυ στο σπίτι της, την επισκέφτηκε ο Παναγιώτης απο την Κωστάριτσα (Φωκίδος).
Το βράδυ ξάπλωσε να κοιμηθει στο σπίτι. Ενιωσε πλάκωμα εντόνο απο τον βρυκόλακα (στο στήθος) και αυτός τον πέταξε μακρία γιατί νόμιζε πως ήταν γάτα ή σκυλί.
Όλη τη νύχτα δε τον άφηνε να κοιμηθεί. Τότε σηκώθηκε και είπε «σήκω αδερφή μου και άναψε τη φωτιά! Δε μου λες αδερφή, εκείνο το παίδι τι το κάνατε; Εγω απόψε υπέφερα, με πλάκωνε ο βρυκόλακας! Που το έχετε;»
Η γυναίκα του απαντάει: το έχουμε στο καροτσάκι αδερφε, Για σήκω να κοιτάξουμε γιατι εγω υποφέρω απόψε!
Σηκώθηκαν και κοίταξαν. Το παιδί είχε κατακόκκινα νύχια και τα μαλλιά του ειχαν μακρύνει. Τότε το πήραν το έκαψαν στη φωτιά και πρέπει να το κάρφωσαν κιόλας.
Την ιστορία διηγήθηκε η μητέρα του συγγραφέα καταγώμενη απο την Βοστινίτσα.