ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/haunted.gr/vrikolakes
haunted.gr·1904·Νικόλαος Γ. Πολίτης

Βουρδόλακας - Αράχωβα

Μια φορά, κάπου σκοτώθηκε ένας άνθρωπος κι έμεινε πολύν καιρό άταφος. Στο ύστερο τον βρήκαν και τον έθαψαν στο χωριό του. Μετά κάμποσον καιρό, παρατήρησαν οι χωριανοί πως τους έλειπαν τ' αυγά τους, οι κότες τους, τα κατσίκια τους, τα πρόβατά τους, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει.

Όταν, μια φορά, πήγε ο παπάς νύχτα στην εκκλησιά και είδε πως έβγαινε ένας διάβολος από τον τάφο εκείνου του σκοτωμένου, και έμπαινε στ' αχούρια των ανθρώπων. Πήγε και μπρος στο σπίτι της χήρας και εφώναζε, απαράλλαχτα καθώς εφώναζε εκείνος όταν τον σκότωναν: «Αχ, ο δόλιος! Γιατί με σκοτώνετε; Κόσμο θα φάω!»

Ο παπάς τα μολόησε στους χωριανούς όλα όσα είδε κι άκουσε. Τότε σηκώνεται ένας γέρος και λέει στους χωριανούς: «Ο διάβολος που βγαίνει από τον τάφο δεν είναι άλλος κανένας, παρά κείνος ο σκοτωμένος που βουρδολάκιασε. Καθώς άρχισε να τρώει τ' αυγά μας και τα ζωντανά μας, ύστερα θα φάει και τους συγγενείς του, και στο τέλος όλους μας. Πρέπει το λοιπόν να τον χαλάσουμε. Ξέρετε πως οι βουρδόλακοι μένουν το Σαββάτο στον τάφο τους. Πρέπει λοιπόν, χωρίς άλλο, να βρούμε ένα σαββατογεννημένο και να του δείξομε τον τάφο του βουρδόλακα. Και κείνος θα μας ορμηνέψει τι να κάμουμε».

Οι χωριανοί έκαμαν καταπώς τούς είπε ο γέρος, βρήκαν ένα σαββατογεννημένο και του παράστησαν το πράμα. Και κείνος τους είπε: «Βράστε δύο κακκάβια ξίδι, πυρώστε ένα σουγλί στη φωτιά, και έχετε έτοιμα ένα τσικούρι, μερικά ακονισμένα μαχαίρια και μια καπότα. Το Σαββάτο, πριχού να 'βγει ο ήλιος, όλα αυτά θα τα πάμε στον τάφο του βουρδόλακα». Τα 'καμαν όλα αυτά.

Όταν έφτασαν στον τάφο, έπλυνε πρώτα ο σαββατογεννημένος το πρόσωπο και τα χέρια του με το ξίδι. Έπειτα πήρε την καπότα και τη στύλωσε αντίκρι στον τάφο, σ' ένα δέντρο, και την έβαλε έτσι, που φαινόταν σαν να ήταν άνθρωπος τυλιγμένος μέσα. Πήρε ύστερα και το τσικούρι κι άρχισε ν' ανοίγει τον τάφο. Και ο βουρδόλακας από μέσα από τη γη τ' άκουγε, κι εβογκούσε κι εφοβέριζε κι εφώναζε: «Ποιος είναι; Θα τον φάω!» Κι εκείνος του έλεγε: «Πρώτα να σε βγάλω όξω, και ύστερα φάε με».

Τον εξέχωσαν λοιπόν το βουρδόλακα. Ήτο μεγάλος, παχύς, κόκκινος κόκκινος, και με γουρλωμένα μάτια. Γυρίζει στο σαββατογεννημένο με θυμό και του λέει: «Ποιος μ' επρόδωσε;» «Κείνος για, που είν' ακουμπισμένος στο δέντρο» του λέει αυτός. Δεν απόσωσε το λόγο, κι η καπότα που ταν στο δέντρο στη στιγμή χάθηκε, γιατί ο βουρδόλακας τής έριξε από τη φωτιά του και την έκαψε.

Τότες αρπάζει ο σαββατογεννημένος το βουρδόλακα, του σκίζει το στήθος, βγάνει την καρδιά του, την τρυπά με το σουγλί και τη ρίχνει στο ένα από τα δυο καζάνια με το ξίδι που βράζανε. Τύστερα έχυσε το ξίδι στον τάφο, απάνω στο βουρδόλακα, έριξε μέσα το τσικούρι και όλα όσα μεταχειρίστηκε, και τον ξανάχωσε πάλι. Έπειτα έπλυνε τα χέρια του και έφυγε μαζί με τους άλλους. Από τότες ο τρισκατάρατος δεν ξαναφάνηκε.

haunted.gr