Ένας βουρδούλακας πήγε σε ξένο μέρος, και εκεί παντρεύτηκε, έκανε παιδιά κι ζούσε σαν τους άλλους ανθρώπους. Πήγαινε και στην Εκκλησιά ταχτικά, όταν όμως ερχόταν η ώρα του Πιστεύω, έβγαινε έξω.
Αυτό γινόταν πάντα.. Οι άνθρωποι απο περιέργεια να μάθουν περισσότερα για αυτόν, ρώτησαν τη γυναίκα του τι κάνει, πώς περνάει, τι τρώει κλπ. Εμαθαν επίσης πως πάντα αγόραζε μαύρο συκώτι.. Αποφάσισαν να μην τον αφήσουν να 'βγει από την εκκλησιά προτού να τελειώσει το Πιστεύω. Αφού τον κράτησαν, όταν ήρθε η ώρα του Πιστεύω και το είπαν όλοι μαζί, άναψε φωτιά και κάηκε όπως κάηκαν και τα παιδιά του. Τότε εκατάλαβαν πως ήταν βουρδούλακας.