Τὸν παλιό καιρὸν οἱ παπᾶδες δἐν ἐξέραν νὰ διαβάσουν τοὺς πεθαμμένους, δἐν τους έβαζαν καὶ σταυρὸν εἰς τὸ στόμα και έμπαινε ὁ ἂξ ἀποδῶ μέσα τους και ἐβουρβουλλακιάζαν. Οἱ βουρβουλλάκοι τότες κατηβαῖναν απο στο νεκροταφείο κ᾿ ἐκυλοῦσαν έναν ασκό.
Ἕνας παπᾶς πῆγε νὰ κάνει λειτουργία και τοὺς εἶδε κ᾿ ἐκυλοῦσαν τὸν ασκό κ᾿ ἐχορεῦγαν κ᾿ ἐτραγουδοῦσαν κι ὅλα:
Οι βουρβουλλάκοι κατέβαιναν τότε από το νεκροταφείο και κυλούσαν έναν ασκό, χορεύοντας και τραγουδώντας μέσα στη νύχτα, προκαλώντας φόβο στους κατοίκους του χωριού.
Τὸ φεσάκι σου τὸ μαῦρον -τίρα μόλα θὰ τὸ κάμω
Κι ὁ παπᾶς τους εἶπεν τρεῖς φορὲς:
“Φτοῦ᾿ς τὰ γένεια σας καὶ᾿ς τ᾿ ἀρκίδια σᾶς.”
κ᾿ ἐχαθῆκαν ἀπ᾿ ὀμπρός του αμέσως
Κατὰ τὸν ἐκ Λιθιοῦ Μιχαὴλ Κλωστερίδην,ἐτῶν 50