Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἔρχονταν μέσα στὸ χωριὸ βουρβουλλάκοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι κλείνονταν στὰ σπίτια τους νωρὶς νωρίς.
Καὶ τὰ μεσάνυχτα ἐπιάναν οἱ βουρβουλλάκοι τὸ χορό εἰς τὸ Λειβάδι καὶ ἔπαιζε μουσική ἕνας δάχτυλας.
Ἕνας περίεργος καὶ ἄφοβος ἔμεινε μέσα στὸ Λειβάδι νὰ δει τί θ᾿ ἀπογίνουν οἱ βουρβουλλάκοι.
Ἀφοῦ πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, ἕνας ἕνας σκόρπισαν, κι ὁ μεγάλος τους ἦταν ἕνας ἀσκός.
Αὐτὸς τὸν ἀκολούθησε ὡς ποὺ πῆγε ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ ὁ ἀσκός μπῆκε μέσα σὲ ἕνα σωρὸ ἀπὸ χαλίκια.
Τὸ πρωῒ πῆραν ἀνθρώπους καὶ πῆγαν καὶ ἔσκαψαν καὶ βρῆκαν ἕνα δάχτυλο ἀνθρωπινό.
Τὸ πῆγαν εἰς τὸ νεκροταφεῖον καὶ τὸ ἔθαψαν. Ἀπὸ τότες ἐχάθησαν οἱ βουρβουλλάκοι.
Κατὰ τὸν Παντελῆν Ντούλην, ἐκ Θολοποταμίου, ἐτῶν 77.