ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/metafysiko.gr/Αρχαία Μυστήρια
metafysiko.gr·2009·Martin_D

ECHMAGON

Δες αυτή τη συζήτηση στα Forums →
Μια Ιστορία του Martin D. Ocelotl
ΕΧΜΑΓΩΝ

Το κρύο ήταν τραχύ και ανυπόφορο. Ένοιωθα τους κρυστάλλους του πάγου να σχηματίζονται και να χώνονται στη σάρκα μου σα βελόνες και πονούσα. Δεν θέλω να πω ότι δεν αντέχω τον πόνο, αλλά ήμουν δυο μέτρα άντρας, διπλωμένος και σφηνωμένος εκεί μέσα για πολύ περισσότερο από όσο θα άντεχε οποιοσδήποτε κανονικός άνθρωπος με κόκαλα και μυς στο κορμί του.
Το αριστερό μου χέρι αγκάλιαζε σφιχτά τον Εχμαγών και με το δεξί κρατούσα τα φυλλωμένα κλαριά ενός θάμνου μπροστά στο στενάχωρο άνοιγμα του βράχου που μου έδωσε καταφύγιο. Τα δάχτυλά μου είχαν γίνει σα ξερά παγωμένα ραβδιά, μα δε μ’ ένοιαζε. Από τη μέρα που γεννήθηκα, εικοσιπέντε χρόνια πριν, με παίδευαν για ‘κείνο που προοριζόμουν από τη γενιά και την καταγωγή μου να γίνω, και δεν ήταν εύκολο.
Κάθε τι που ήξερα ή σκεφτόμουν, είχε να κάνει με την απάνθρωπη αποστολή που μου κληροδότησε η μοίρα. Ήμουν ο άτυχος, ο φορέας του κύβου της γνώσης, το υποζύγιο του μοναδικού πραγματικού θεού, ήμουν εγώ αυτός, και θα κουβάλαγα τον Εχμαγών μέχρι που τα πόδια μου να μην κρατούσαν άλλο. Θα τον κουβάλαγα και θα τον φύλαγα κρυφό, μέχρι που ξεζουμισμένος να σωριαστώ στο μαύρο χώμα, ανήμπορος σαν τη γριά που δεν μπορεί να φορτωθεί ένα δεμάτι στάχυα. Γιατί τόσο ζύγιζε ο κύβος . Ο αρχαίος Εχμαγών του θεού, ήταν πολύ ελαφρύς για αυτό που οι θρύλοι έλεγαν ότι περιέχει.
Ήμουν ταγμένος να προστατέψω το προαιώνιο φύλαγμα των αρχαίων με κάθε τρόπο. Δεν ήξερα να κάνω τίποτα άλλο, δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο, δεν υπήρχα για τίποτε άλλο. Αυτός ήμουν κι ακόμα και τώρα που ξαναζώ την ιστορία μου, δεν θυμάμαι τίποτα άλλο ουσιαστικό να πω για τον εαυτό μου. Ούτε το ίδιο το όνομά μου δεν μπορώ να σας πληροφορήσω με σιγουριά. Δεν εννοώ το πώς με φωνάζουνε γιατί από παρατσούκλια έχω μπόλικα. Σε κάθε τόπο που περπάτησα κι ονείρεμα που έζησα, οι άνθρωποι βρήκαν κάτι να μου κολλήσουν, έτσι σαν ουρά, που για λίγο μ’ ακολουθούσε τριγύρω. Σας λέω για το πραγματικό μου όνομα, αυτό που θα με φωνάξουνε να παρουσιαστώ μπροστά στον θεό μου, σαν έρθει κείνη η ώρα, αν και στην πραγματικότητα δεν βιάζομαι καθόλου.
Συγυρίστηκα όσο μπορούσα καλύτερα μέσα στη στενή σχισμή του βράχου προσέχοντας να μη κάνω θόρυβο. Ο παραμικρός ήχος, ακόμα και η ελάχιστη κίνηση μπορούσε να γίνει αντιληπτή από τους διώκτες μου και τότε θα αποχαιρετούσα αυτόν τον κόσμο για πάντα. Η ησυχία του βουνού ήταν σχεδόν απόλυτη και θα με πρόδινε αμέσως αν δεν πρόσεχα. Μήτε πουλί δεν έκρωζε πάνω σε τούτα τα παγωμένα ξερικά ψηλώματα.
Βολεύτηκα και περίμενα. Ήξερα πως δεν φαινόμουν απ το δρόμο, ακόμα κι αν κάποιος πλησίαζε πολύ, δεν θα μ’ έβλεπε λουφαγμένο όπως ήμουν ‘κείνη την ώρα.
«Αλλά πάλι κανείς δεν ξέρει…» είπα μέσα μου κι έσπρωξα το παγωμένο σώμα μου ακόμα πιο βαθιά στην τρύπα.
«καθόλου θόρυβο» σκέφτηκα.
«ΚΑΘΟΛΟΥ» κι επέβαλα στο σώμα μου τη σκέψη μου, έτσι όπως μου ’χε δείξει κάποτε ο πατέρας μου.
Τους άκουσα να σέρνονται στο χώμα πριν ακόμα στρίψουν στη στροφή του μεγάλου βράχου. Υπολόγισα ότι ήταν τουλάχιστον μισή ντουζίνα από δαύτους. Κράτησα την ανάσα μου γιατί η ζέστη από τα σπλάχνα μου θα ξέφευγε με την εκπνοή και θα με πρόδιδε.
Οι Έρεχθοι ήταν ελαφροπάτητοι και κινιόντουσαν κυματιστά σαν να επέπλεαν σε ένα στρώμα νερού. Κάτι που μερικές φορές μπορούσες να το πεις αισθησιακό έτσι όπως κουνιόνταν τα λαγόνια τους. Ξέρω ότι κάποτε τούτα τα πλάσματα ήταν άνθρωποι, κανονικοί άνθρωποι σαν εμένα και σένα και όλους μας. Αλλά είχαν την ατυχία να πέσουν πάνω σε κάποιο γυμνό Έρεχθο και έχασαν το σώμα τους. «Κάλυμμα» μας αποκαλούσαν εκείνοι και μόνο σαν τέτοιο τους χρησιμεύαμε. Έμοιαζαν πολύ με κανονικούς ανθρώπους ακόμα κι αν ο Έρεχθος ήταν πολύ μεγάλος και στριμώχνονταν για να βολευτεί μέσα τους. Κάποιες φορές μπορούσες να δεις το δέρμα να τσιτώνει σαν τύμπανο και να παλεύει με άγνωστα πράματα και σχήματα που στριφογύρναγαν στο εσωτερικό του.
Εκεί μέσα πάντως, δεν υπήρχε τίποτα ανθρώπινο και το λέω από πείρα. Μα αν εξαιρούσες το περίεργο «χωρίς κόκαλα» περπάτημα τους, θα μπορούσαν να σε ξεγελάσουν εύκολα, ειδικά αν ήσουν άπειρος στην παρουσία τους.
Δεν μίλαγαν ο ένας στον άλλο. Δεν είχα ακούσει ποτέ κανέναν να λέει ότι είχε δει Έρεχθους να συζητάνε μεταξύ τους. Όμως, είχα διαπιστώσει ότι με κάποιο μυστήριο τρόπο, ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν σε κάθε περίσταση και το κάνανε συντονισμένα σαν να ήταν ένας. Ο πατέρας μου έλεγε ότι τα κουβεντιάζουνε με το μυαλό τους αλλά δε ξέρω αν είναι έτσι γιατί έχω ακούσει κι άλλες εκδοχές που μου φαίνονται το ίδιο πιθανές. Ξέρω καλά όμως, τι θα μου έκαναν αν με έβρισκαν ζωντανό. Ήμουν άτυχος, όχι ηλίθιος.
Ήταν τόσο κοντά τώρα που αισθανόμουν την αύρα τους στο πρόσωπο μου. Δεν είχα χρόνο να προετοιμάσω την τεχνική ασύλου μου και έπρεπε να αρκεστώ στην ασφάλεια της καταβόθρας που ήμουν κρυμμένος, πιασμένος κι ακίνητος. Άκουγα το φυρό μισόξερο χορτάρι να λυγίζει από κάτω τους και σταμάτησα ακόμα και να σκέφτομαι.
Θεέ μου, ήταν ακριβώς από πάνω μου και τραγουδούσαν το τραγούδι του χαμού στην αιώνια ψυχή μου. Εκείνο το παράξενο διαπεραστικό σφύριγμα που έκανε την ύλη να δονείται και να συντονίζεται. Μετά έμεναν ακούνητοι και περίμεναν να ακούσουν την ηχώ. Ήξεραν ότι είμαι κάπου κοντά τους και μ’ έψαχναν.
Αν δεν ήθελα να πεθάνω τον πιο φριχτό θάνατο έπρεπε να κάνω κάτι αμέσως, μόνο που δεν ήξερα τι. Έπιασα να φτιάχνω ένα άσυλο για μένα και τον κύβο, αν και ήταν κάπως αργά για τέτοιο πράγμα και δεν ήμουν σίγουρος ότι θα προλάβω, αλλά δεν είχα τίποτα άλλο στο μυαλό μου, και σε λίγο δεν θα είχα ούτε μυαλό.
Έχτισα τα σχήματα στο ξόρκι με τη νοέργεια του κύβου. Ένα προς ένα τα αέρινα σύμβολα του παλιού κόσμου έπαιρναν τη θέση τους γύρω στο κεφάλι μου και στροβιλίζονταν σα μεθυσμένες παρθένες στους ναούς των Ελλήνων. Η μελωδία τους γεννιόταν και πέθαινε συνέχεια, αφήνοντας πίσω της άυλες νότες, σκόρπιες και άμουσες. Τα κορμιά καλύμματα που είχαν καταπατήσει οι Έρεχθοι τρεμούλιασαν σαν πηχτός ζελές που τον χτυπάς με δύναμη. Τους τραβούσε η Νοέργεια όπως το μέλι τραβάει τις μέλισσες αλλά δεν είχα άλλη επιλογή.
«Θεέ μου βοήθησε με» σκέφτηκα και χάραξα βιαστικά τα τελευταία ρογκράμ στη Νοέργεια που τώρα φρυαγμένη ανάβλυζε σαν υγρό μετάξι από τον κύβο στην αγκαλιά μου.
Η μουσική ολοκληρώθηκε και οι νότες σταμάτησαν να βολοδέρνουν άσκοπα. Μπήκαν στη σειρά που τις ήθελε το άσυλο και η αρμονία του ήχου γέννησε φώς, έκαναν τη δουλειά τους. Για λίγο έχασα τις αισθήσεις μου.
Τέντωσα τα πόδια μου στα μαλακά σεντόνια και τα ρουθούνια μου γέμισαν γιασεμί και πεύκο.
Δεν θυμάμαι πόσες φορές στη ζωή μου είχα δει τέτοια όνειρα, αλλά όταν ξυπνούσα, πάντα μύριζε γιασεμί και πεύκο.
Έπρεπε να πάω στο Νοσοκομείο κι έτσι σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι. Αν προλάβαινα θα έπαιρνα και τα ρούχα απ’ το καθαριστήριο που τα είχα ξεχάσει πάλι.


συνεχίζεται ... ...
metafysiko.gr