Σκηνοθεσία: Γ. Σμαραγδής.
Παίζουν: Νικ Αστον, Χ. Ντιέγκο Μπότο, Λ. Λαζόπουλος, Δημ. Ματσούκα, Σωτ. Μουστάκας.
Εάν αρκούσαν τα μελετημένα κοστούμια και τα επιμελή και με γνώση επεξεργασμένα σκηνικά για να κριθεί μια ταινία εποχής ως κινηματογραφικό έργο τότε η ιστορία της 7ης Τέχνης θα ήταν γεμάτη αριστουργήματα. Ειδικά εάν ο σκηνοθέτης φιλοδοξεί να υπογράψει μια ιστορική, δραματοποιημένη βιογραφία (έστω με αυθαιρεσίες) και καταλήγει σε εικονογραφημένη αγιογραφία, τότε το πρόσωπο δεν είναι παρά το πρόσχημα μιας υπέρμετρης φιλοδοξίας. Εν ολίγοις: ο Γιάννης Σμαραγδής έβαλε τόσο ψηλά τον πήχυ ώστε ύστερα τον παρατηρούσε από το έδαφος με δέος, φαντασιώνοντας ότι τον έχει κατακτήσει. Πριν από δέκα χρόνια στόχος του ήταν ο Καβάφης. Μια βιαστική και εκλαϊκευμένη ανάγνωση του μεγάλου Αλεξανδρινού, με εύκολες λύσεις ώστε να προσπεράσει τα εμπόδια και να φτάσει γρήγορα στο ταμείο. Σειρά, τώρα, έχει ο Ελ Γκρέκο. Οι προθέσεις δεν άλλαξαν. Το μόνο που άλλαξε είναι το μέγεθος της παραγωγής. Πρόκειται εμφανώς για μια μεγάλη και ιδιαίτερα προσεγμένη επένδυση. Δημοφιλή ονόματα (όπως του Βαγγέλη Παπαθανασίου στη μουσική), προσκλητήριο τηλεοπτικών αστέρων στο καστ (όπως ο Λάκης Λαζόπουλος και η Δήμητρα Ματσούκα), προσεκτική, εν γένει, επιλογή πρωταγωνιστών και συντελεστών, δηλώνει τις αισθητικές προτιμήσεις του. Το «έπος ενός ασυμβίβαστου καλλιτέχνη και υπερασπιστή της ελευθερίας», θέλησε να κινηματογραφήσει ο Γ. Σμαραγδής. Ετσι, ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους του ισπανικού μυστικισμού και προσωπογράφους όλων των εποχών, εμφανίζεται, κατ’ αρχάς, να συνεγείρεται από το κρητικό αίμα που κυλάει στις φλέβες του το οποίο -κατά τον σκηνοθέτη- ευθύνεται και για τον απείθαρχο χαρακτήρα του. Το έπος, λοιπόν, ενός λόγιου και βαθιά καλλιεργημένου δημιουργού συμπυκνώνεται σε κορόνες του τύπου «θέλω να προστατεύσω το φως από σκοτάδι» και στις συμβουλές που ακούει από τον Τισιάνο: «μην τα δείχνεις όλα. Δε θα στο συγχωρήσουν».
Στο δεύτερο μέρος η ταινία γλιστρά σε ένα καλοδουλεμένο σκοτάδι που αποκτά οντότητα χάρη στην ερμηνεία του Χουάν Ντιέγκο Μπότο που υποδύεται τον Ισπανό ιερωμένο, Μέγα Ιεροεξεταστή, βαθύ θαυμαστή του Γκρέκο. Ο Νίνο ντε Γκεβάρα -όπως ονομάζεται- παλεύει ανάμεσα στη βαθιά συγκίνηση που αισθάνεται για τον ζωγράφο και το έργο του (ίσως και έλξη) και τον θυμό που του γεννάει η τέχνη του. Μια τέχνη που δεν υποτάσσεται και ξεφεύγει από κάθε προσπάθεια ορισμού και κατάταξης.
Εάν ο Γ. Σμαραγδής δεν αναζητούσε την καλλιτεχνική δικαίωση σε υπερφίαλα σχέδια και δεν προσέγγιζε με περισσή αφέλεια προσωπικότητες με την πνευματική συγκρότηση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, ίσως και η κριτική να στεκόταν πιο επιεικής απέναντί του. Θα ήταν άδικο να μιλήσουμε για «ερμηνείες» αφού η μόνη που ανήκει σε αυτήν την κατηγορία είναι του Χ. Ντ. Μπότο.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w.../10/2007_245570