Κάθισε πάλι στο κρεβάτι, και ένιωθε ότι το κεφάλι του θα σπάσει. Άναψε πάλι ένα τσιγάρο και προσπαθούσε να σκεφτεί διάφορους τρόπους πώς να τον ξεφορτωθεί. Η καύτρα του τσιγάρου είχε φτάσει στην γόπα, και τότε ακούστηκε από την κουζίνα η Λίζα.
- Αγάπη μου θα έρθεις; Είναι έτοιμα.
Τότε σκέφτηκε ότι έπρεπε να κλείσει το παράθυρο. Πήρε τον καθρέπτη από εκεί και τον ξαναέβαλε στην θέση που τον είχε αρχικά, πάντα με τα χέρια του τυλιγμένα με το σεντόνι για να μην τον κάψει. Κατόπιν τον κάλυψε με το σεντόνι, όχι επειδή φοβόταν, αλλά μήπως όλο αυτό ήταν ιδέα του και δημιουργούσε ο ίδιος ανθυποβολή. Κατά βάθος δεν το πίστευε αλλά ήθελε να καταρρίψει κάθε αμφιβολία. Τότε εμφανίστηκε η Λίζα…
- Αγάπη μου το φαγητό θα κρυώσει, πάλι με τον καθρέπτη ασχολίσε;
- Έλα μωρό μου πάμε, και έχω αρχίσει να πεινάω.
Είπε ο Σον πιάνοντας την από την μέση, και φιλώντας την στο λαιμό.
- Άσε με τώρα θα φάμε.
Αποκρίθηκε σπρώχνοντας τον στοργικά.
- Πιο πολύ με τον καθρέπτη ασχολίσε παρά με μένα, θα αρχίσω να ζηλεύω..
Καθίσανε στην τραπεζαρία και αρχίσανε να τρώνε με όρεξη την μακαρονάδα με κόκκινη καυτερή σάλτσα που αρέσει στο ζευγάρι. Μετά το φαγητό ο Σον σηκώθηκε και άρχισε να καθαρίζει φρούτα, μια συνήθεια που απέχτησαν μετά από το ταξίδι που είχαν κάνει στην Ναμίμπια στην Αφρική πριν από τέσσερις μήνες. Τότε ένας θόρυβος ακούστηκε από την κρεβατοκάμαρα που τους τάραξε και τους δύο.
- Τι ήταν αυτό;
Ρώτησε τρομαγμένη η Λίζα.
- Τίποτα αγάπη μου, όταν ακούμπησα τον καθρέπτη στον τοίχο δεν θα τον στήριξα καλά και θα έπεσε. Πάω να δω, εσύ κάτσε εδώ.
Είπε ο Σον ενώ στο μυαλό του ήξερε ότι αυτό που της είπε δεν το πίστευε πραγματικά.
- Αγάπη μου θα έρθεις; Είναι έτοιμα.
Τότε σκέφτηκε ότι έπρεπε να κλείσει το παράθυρο. Πήρε τον καθρέπτη από εκεί και τον ξαναέβαλε στην θέση που τον είχε αρχικά, πάντα με τα χέρια του τυλιγμένα με το σεντόνι για να μην τον κάψει. Κατόπιν τον κάλυψε με το σεντόνι, όχι επειδή φοβόταν, αλλά μήπως όλο αυτό ήταν ιδέα του και δημιουργούσε ο ίδιος ανθυποβολή. Κατά βάθος δεν το πίστευε αλλά ήθελε να καταρρίψει κάθε αμφιβολία. Τότε εμφανίστηκε η Λίζα…
- Αγάπη μου το φαγητό θα κρυώσει, πάλι με τον καθρέπτη ασχολίσε;
- Έλα μωρό μου πάμε, και έχω αρχίσει να πεινάω.
Είπε ο Σον πιάνοντας την από την μέση, και φιλώντας την στο λαιμό.
- Άσε με τώρα θα φάμε.
Αποκρίθηκε σπρώχνοντας τον στοργικά.
- Πιο πολύ με τον καθρέπτη ασχολίσε παρά με μένα, θα αρχίσω να ζηλεύω..
Καθίσανε στην τραπεζαρία και αρχίσανε να τρώνε με όρεξη την μακαρονάδα με κόκκινη καυτερή σάλτσα που αρέσει στο ζευγάρι. Μετά το φαγητό ο Σον σηκώθηκε και άρχισε να καθαρίζει φρούτα, μια συνήθεια που απέχτησαν μετά από το ταξίδι που είχαν κάνει στην Ναμίμπια στην Αφρική πριν από τέσσερις μήνες. Τότε ένας θόρυβος ακούστηκε από την κρεβατοκάμαρα που τους τάραξε και τους δύο.
- Τι ήταν αυτό;
Ρώτησε τρομαγμένη η Λίζα.
- Τίποτα αγάπη μου, όταν ακούμπησα τον καθρέπτη στον τοίχο δεν θα τον στήριξα καλά και θα έπεσε. Πάω να δω, εσύ κάτσε εδώ.
Είπε ο Σον ενώ στο μυαλό του ήξερε ότι αυτό που της είπε δεν το πίστευε πραγματικά.