ΑΡΧΙΚΗΑΡΧΕΙΟFORUMSΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣΠΗΓΕΣΑΝΑΖΗΤΗΣΗRETRO MODE

Ψηφιακό Αρχείο Ανάκτησης

ΑΡΧΕΙΟ/metafysiko.gr/Αρχαία Μυστήρια
metafysiko.gr·2006·teoilio

Βυζαντινή Λογοκρισία και νοθεία των αρχαίων κειμένων

Δες αυτή τη συζήτηση στα Forums →
Είναι γνωστό ότι η αναγέννηση, δηλαδή η στροφή προς την κλασική Ελλάδα, άρχισε στη δύση από εξόριστους Έλληνες το 1390 με μεγάλη επιτυχία. Στάθηκε όμως μακριά από την Ελλάδα, η οποία δεν ήταν μέρος καμίας βυζαντινής αυτοκρατορίας όπως πολλοί θέλουν και τους βολεύει να πιστεύουν, αλλά βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων. Στα δύσκολα αυτά χρόνια της Φραγκοκρατίας, κι όντας αδύνατο για Έλληνες λόγιους να αντιδράσουν, μια μερίδα Βυζαντινών λογίων, επεδίωξε την διαστρέβλωση της ιστορίας συμβουλεύοντας τους δυτικούς να μιμηθούν την λογοκρισία και τη νοθεία των βυζαντινών. Ο Γεώργιος ο Τραπεζούντιος όταν έγινε γραμματέας του πάπα Ευγένιου (1430) και αργότερα του πάπα Νικόλαου του Ε’, συμβούλευσε την Αγία Έδρα να ακολουθήσει την βυζαντινή παράδοση της λογοκρισίας των ιστορικών κειμένων. Ο Βησσαρίων (1389-1472) αναφερόμενος στη μετάφραση των Νόμων του Πλάτωνα σημειώνει : «Εάν κάποιος διέθετε το χρόνο για να συγκρίνει την μετάφραση με το πρωτότυπο θα έβρισκε τόσες νοθεύσεις όσες και οι λέξεις του πρωτότυπου». Σε γράμματα του Μαρσιλίου Φιτσίνου (1433-1499) (Ιταλός ανθρωπιστής καθηγητής της Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας) διαβάζουμε ότι όσοι Έλληνες προσπαθούσαν να φυγαδεύσουν αρχαία κείμενα και χειρόγραφα, συλλαμβάνονταν και φυλακίζονταν σε φυλακές φιλοπαπικών ηγεμόνων.

Η βυζαντινή προπαγάνδα και διαστρέβλωση της ιστορίας φαίνεται καθαρά στη καταστροφή της Βάρνας, όπου αφού ο Ιωάννης Παλαιολόγος (1444) πρόδωσε τις συμφωνίες που είχε κάνει με τον βασιλιά της Ουγγαρίας και Πολωνίας Λασδίλαο τον Ε’ (1440-1444), συνέπραξε με τους Τούρκους του Μουράτ στην καταστροφή των Βυζαντινών δυνάμεων στη Βάρνα, μεταφέροντας με τα βυζαντινά πλοία τους γενίτσαρους. Η ιστορία όμως επαινεί τον Ιωάννη Παλαιολόγο για τη συνετή του πολιτική προς τον Μουράτ. Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε ότι η λογοκρισία πραγματοποιήθηκε στη Δύση συγχρόνως με την Αναγέννηση και επιβλήθηκε πλήρως μετά την άλωση. Και βέβαια το γεγονός αυτό είναι αποτέλεσμα της επιρροής της βυζαντινής κουλτούρας, που όχι μόνο απαγόρευε αυστηρά τη συγγραφή ιστορικών κειμένων από μη εγκεκριμένους ιστοριογράφους αλλά και τα χωρίς έγκριση εκδιδόμενα βιβλία καίγονταν ή νοθεύονταν από εκκλησιαστικούς συγγραφείς αφού ο Ιουστινιανός εκτός των όσων άλλων έκανε κατά των Ελλήνων, κατέστησε την εκκλησία υπεύθυνη για κάθε ιστορική συγγραφή, με τον Προκόπιο και τον Αγάθιο ως τελευταίους ιστορικούς συγγραφείς. Η εκκλησία κυρία του ιστορικού πεδίου, όχι μόνο καταχράστηκε αυτό το μεγάλο προνόμιο κρύβοντας την αλήθεια, αλλά και κήρυξε τον διωγμό των προγραμμένων ιστορικών οι οποίοι ήταν κυρίως Έλληνες. Παρουσιάζεται αγριότερη και πλέον ανάλγητη από την κοσμική εξουσία με την οποία ήρθε αρκετές φορές σε σύγκρουση, όταν η εξουσία προσπάθησε να αποσπάσει από τα νύχια της εκκλησίας ορισμένα ευγενή θύματα. Έχουν μείνει στην ιστορία οι διενέξεις του αυτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602) με τον πατριάρχη Ιωάννη τον Νηστευτή, όταν ο τελευταίος (του οποίου σημειωτέον η μνήμη του εορτάζεται από την φιλεύσπλαχνη εκκλησία μας στις 2 Σεπτεμβρίου) ζητούσε επίμονα τον δια πυρός θάνατο μιας επιστημονικής ομάδας ελληνιστών (Θ. Σιμοκάττης, Ιστορία, σελ. 56). Ο Αιγύπτιος ιστορικός Θεοφύλακτος Σιμοκάττης, ήταν ο πρώτος που εισήγαγε στην χρονογραφία τα χριστιανικά θαύματα με μία εισαγωγή που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο Πλατωνικός διάλογος με το Φαίδρο.

Όσες φορές οι μισθωτοί αυτοί χρονογράφοι αισθάνονται συνειδητά τύψεις για το ασυνείδητο έργο που επιτελούσαν, προτιμούσαν να ξεπερνούν τα θλιβερά γεγονότα καταγράφοντας απλώς το όνομα του αυτοκράτορα και την ημερομηνία χωρίς την ελάχιστη υπενθύμιση κάποιου συμβάντος. Στην εποχή του Βασίλειου του Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025), και εξαιτίας της μάνας του , Θεοφανώ Λάκαινα, η ιστοριογραφία απαλλάσσεται από την εκκλησιαστική λογοκρισία και επανέρχεται στη θέση απ’ όπου ο Ιουστινιανός και οι διάδοχοί του την είχαν εκδιώξει. Ο πρώτος ιστορικός αυτής της νέας εποχής για την ιστοριογραφία είναι ο Λέων ο Διάκονος από την Καρία, την ιστορία του οποίου συνέχισε ο Ψελλός. Παρά τις προσπάθειες της Θεοφανώς, να επανέρθει η ιστοριογραφία στο φυσικό της χώρο, ήταν τέτοιο το πλήγμα που είχε δεχτεί από την βυζαντινή κουλτούρα της λογοκρισίας, με έντονη την καχυποψία και την αμφιβολία, που όταν ανατέθηκε στον διάσημο μελωδό και καθηγητή νομικής στο πανεπιστήμιο της Μαγναύρας, η επίσημη χρονογραφία, αυτός αρνήθηκε θεωρώντας ότι αποτελεί παραχάραξη της ιστορίας (Migne Patrologia Graeca, CXX σελ. 1194). Η αναγέννηση που ξεκίνησε με τη Θεοφανώ, δεν ήταν μόνο χρονογραφική αλλά και φιλοσοφική, αφού η ελληνική φιλοσοφία είχε εισχωρήσει στη σκέψη ορισμένων πραγματικά έντιμων πατέρων της εκκλησίας. Έτσι βλέπουμε ότι αυτός ο ιερός μελωδός και μητροπολίτης Ευχαϊτών Ιωάννης που απέρριψε μετά βδελυγμίας την εκκλησιαστική χρονογραφία, παρουσιάζεται άκρως φιλικός προς τον Πλάτωνα και τον Πλούταρχο, υπέρ των ψυχών των οποίων απευθύνει δέηση στον Ιησού (Migne Patrologia Graeca, CXX σελ. 1156).

Η εκκλησία μη μπορώντας να αντισταθεί στην όχι και τόσο πλέον φιλική προς αυτήν κοσμική εξουσία που της είχε άρει όλα τα προνόμια της ιστοριογραφία, κατέφυγε σε άλλα μέσα και τρόπους πλαστογράφησης της ιστορίας. Παρελάμβανε τα κείμενα από τους συγγραφείς, αφαιρούσε ότι δεν της άρεσε και πολλαπλασιάζοντας τα κατακερματισμένα κείμενα, εφησύχαζε. Το εκδοτικό έργο υπαγόταν στην πατριαρχική “σεκρέτα” (βιβλιοθήκη), η οποία ήταν ένας μεγάλος χώρος χωρισμένος με ξύλινα κάγκελα, εξ’ ου και καγκελαρία, όπου εργαζόταν πλήθος νεαρών αντιγραφέων. Οι αντιγραφείς παρελάμβαναν τα κείμενα από τον εκκλησιαστικό σεκρετάριο και τα πολλαπλασίαζαν χωρίς να ελέγχουν τα γραφόμενα. Μια τέτοια έκπληξη περίμενε και τον Μ. Ψελλό με τα απομνημονεύματά του, τα οποία έγιναν κίβδηλα μπροστά στα μάτια του και κυκλοφόρησαν νοθευμένα ενώ ήταν ακόμα εν ζωή. Την ίδια τύχη είχε και ο χρονογράφος του Μανουήλ Κομνηνού, Ιωάννης Κίνναμος. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο αυτοκράτορας Κομνηνός, είχε την φήμη ελληνολάτρη και είχε δώσει μάχες με το “ιερό γραφείο” προκειμένου να αποτρέψει το θάνατο πολλών Ελλήνων. Είχε δε αρνηθεί την υπογραφή της “εξ’ ύψους επικουρίας” δηλαδή της αποστολής χιλιάδων καλόγηρων στην Ελλάδα προκειμένου να “ πλησιάσουν τον Ιησού“ οι αμετανόητοι εθνικοί. Πα’ όλα αυτά, παράλληλα με τα πλαστά αντίγραφα, κυκλοφορούσαν κρυφά και τα γνήσια κείμενα τα οποία κοσμούσαν τις ιδιωτικές βιβλιοθήκες της Κων/πολης και της Ραιδεστού, σύμφωνα με τον εκδοθέντα κατάλογο του Ριχάρδου Φαίρστερ. Δυστυχώς όμως αυτοί οι πολύτιμοι κώδικες δεν μεταφέρθηκαν έγκαιρα στην Ευρώπη και άλλοι μεν από αυτούς κάηκαν, άλλοι χάθηκαν, άλλοι δε, που πρόλαβαν να μεταφερθούν, μπορεί να βρίσκονται στις μέρες μας καλά κρυμμένοι σε βιβλιοθήκες του Βατικανού.

Με τον Αλέξιο Κομνηνό (1081-1118) η χρονογραφία επιστρέφει στα χέρια της εκκλησίας, η οποία συνέτασσε με τους λεγόμενους υπομνηματογράφους, τα υπομνήματα και σημειώματα που την συνέφεραν, τα οποία και παρέδιδε σε διάφορους μισθωτούς λόγιους. Αυτοί με βάση τη κεντρική ιδέα του σημειώματος ανέπτυσσαν το θέμα, προσθέτοντας ότι αυτοί θεωρούσαν… ιστορικό γεγονός. Η παραχάραξη της ιστορίας συνεχίζεται και μετά την άλωση, όχι μόνο στη δύση αλλά και στο σκλαβωμένο γένος. Όταν κατά τα μέσα του 18ου αιώνα το γένος των Ελλήνων αισθάνθηκε ότι έφτασε ο καιρός να αποτινάξει τον Οθωμανικό ζυγό, που τόσο έντεχνα η εκκλησία προστάτευε και ενίσχυε, εμφανίστηκε από τα δάση της Ακαρνανίας ο αμαρτωλός Χριστόδουλος Ξηρομερίτης ο οποίος σε ένα σύγγραμμά του (“Περί Φιλοσόφου, Φιλοσοφίας, Φυσικών, Μεταφυσικών, Πνευματικών και Θείων Αρχών”, Βιέννη 1787) επιτέθηκε εναντίον του βυζαντινισμού. Η εκκλησία τότε που δεν είχε σταματήσει να ελέγχει τους διανοούμενους της εποχής, δημοσιεύει ένα ανάθεμα μέσω ενός λογίου εν ονόματι Δημήτριος Γοβδελάς, ο οποίος ονομάζει τον Χριστόδουλο υιό ληστών και τον περιλούζει με διάφορες βδελυρές συκοφαντίες. Το ανάθεμα εκδόθηκε στην Βιέννη, το 1793, και ακολούθησε με τον τίτλο “Ακολουθία ετερόφθαλμου και αντίχριστου Χριστόδουλου εξ ΄Ακαρνανίας”. Είναι άγνωστο αν ο Χριστόδουλος διάβασε τον λίβελο αυτό μιας και δολοφονήθηκε τον ίδιο χρόνο και ενταφιάστηκε στο δάσος του Rosenthal.
metafysiko.gr