Καθ’ όλη την διάρκεια της τουρκοκρατίας, οι Έλληνες κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια αποτίναξης του βάρβαρου ζυγού. Δυστυχώς όμως παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν εξαιρετικές ευκαιρίες, η βοήθεια από τη Δύση δεν έφτασε ποτέ. Και είναι πρωτοφανές το γεγονός ότι όλα τα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης παρακολουθούσαν με αδιαφορία τα δεινά ενός έθνους χριστιανικού, που αν μη τι άλλο, είχε αποτελέσει κατά το παρελθόν πηγή σοφίας και πολιτισμού για όλη την ανθρωπότητα. Θα ήταν μεγάλο σφάλμα να υποθέσουμε ότι αυτή η αδιαφορία των ευρωπαίων οφειλόταν σε φιλοτουρκικά αισθήματα ή σε κάποια ανθελληνικά απωθημένα, γιατί ο γεωγραφικός χώρος της σημερινής Ελλάδας θεωρείτο έδαφος που είχαν αρπάξει οι Τούρκοι από τους Φράγκους κι όχι από τους Έλληνες. Και ως εκ τούτου αν κάποτε τα εδάφη αυτά επιστρέφονταν, θα πήγαιναν σε αυτούς που τα κατείχαν πριν τους Τούρκους, δηλαδή τους ευρωπαίους φεουδάρχες της Δ’ Σταυροφορίας. Για αυτό ακόμα και σήμερα, ο βασιλικός οίκος των Μπωντουέν φέρει τον τίτλο του αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, όπως επίσης και ο Δον Χουάν Κάρολος της Ισπανίας ονομάζεται Δούκας της Αθήνας, από κληρονομιά της Καταλανικής κατοχής. Ακόμα και στην επανάσταση του 1821 υπήρξε όχι μόνο μια αδράνεια εκ μέρους των χριστιανών της δύσης αλλά και μια εξοργιστική αντιπαλότητα που άγγιζε τα όρια της εχθρότητας, σε επίπεδο κυβερνόντων ουσιαστικά, αφού ένα πλήθος απλών φιλελλήνων υποστήριζε με θέρμη και σε πολλές περιπτώσεις με θυσίες την ελληνική επανάσταση. Ίσως την μοναδική εξαίρεση σε αυτή την αδράνεια των ευρωπαίων ηγετών αποτέλεσε ο πρόεδρος της Ταϊτής, ο οποίος έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα εκθειάζοντας τους Έλληνες και την επανάστασή τους μαζί με χρηματική βοήθεια.